Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Ελληνικά επίθετα (Α-Λ)-ετυμολογία



(Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό  http://greek-lastnames.blogspot.de/2009/05/blog-post_9090.html  )

Τα ελληνικά επώνυμα έχοντας τεράστια ποικιλία μπορούν να μας δώσουν στοιχεία για την γεωγραφική καταγωγή τους, την παλαιότητά τους ακόμα και την γλωσσική τους ιδιαιτερότητα.

Για παράδειγμα σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη(Neugriechische Familiennamen, 2e ed., Τριανταφυλλίδης, Μανόλης,Hasselrot, Bengt) οι καταλήξεις των ελληνικών επωνύμων κατανέμονται κάπως έτσι γεωγραφικώς, φυσικά η κατανομή αυτή δεν είναι τελείως αντιπροσωπευτική αλλά είναι η λογικότερη ομαδοποίηση που μπορεί να γίνει:

-άντης Πόντος

Υψηλάντης- Ο κάτοικος της Υψηλής στον Πόντο. Στον Πόντο συνηθίζεται η κατάληξη –άντης για να δηλώσει τόπο καταγωγής.

-ίκας Πόντος(Γιαννίκας,Γρηγορίκας)

-άτος , Κεφαλλονιά(Δημητράτος,Γιανουλάτος,Γερολυμάτος(Ιερώνυμος))

-έας , Μεσσ. Μάνη(Ασπρέας,Πουλέας,Λυμπερέας,Κουκουτσέας)
-έλης , Μυτιλήνη , Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο κτλ.(Ζαφειρέλης ,Κοκορέλης,Κουκλέρης)
-ούδης (-ούδας) Στα ανατολικά ιδιώματα (Μακεδονία, Θράκη, νησιά Αιγαίου ως τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο),(Λαμπρινούδης,Νικολούδης,Σπανούδης,Φραγκούδης, Ψαρούδας,Μαρούδας)
-ούσης , Χίο,(Χαλκούσης,Παϊδούσης)

{Σύμφωνα με τον Α. Γ. Πασπάτη « Το Χιακόν γλωσσάριον : Ήτοι η εν Χίω λαλούμενη γλώσσα μετά τινών επιγραφών αρχαίων τε και νέων και του χάρτου της νήσου», τα περισσότερα επίθετα των χωρικών της Χίου λήγουν σε –ούσης (Πυργούσης, Αρμολούσης, Καμπούσης, Αυγωνυμούσης κτλ).}

-άκης Κρήτη,(Καλοχριστιανάκης,Παπαδάκης)

-άκος ,Λακων. Μάνη(Δημητράκος,Μαυροειδάκος)

-πούλος Πελοπόννησος (αββαδόπουλος –Λεόντιος 6οςαιώνας),(Νικολακόπουλος, Ανδρικόπουλος)

Εθνικά-Επώνυμα που χαρακτηρίζουν τον τόπο καταγωγής,γέννησης,κατοικίας.

Συνήθεις καταλήξεις ελληνικών εθνικών επωνύμων είναι:

-(ι)ώτης Τσιριγώτης, Λεπενιώτης, Ανδριώτης, Ηπειρώτης, Σικελιώτης κ.α.

-ίτης Μπεγλίτης, Πολίτης, Αργυροκαστρίτης, Καμπίτης κ.α

-ιανος Κουταλιανός, Ελεκιστριάνος, Ψαριανός, Σακαρετσιάνος, Χρυσοβιτσιάνος κ.α.

-ινός Πατρινός, Παργινός, Ζακυνθινός, Καλαβρυτινός, Πυλαρινός

-αίος Κερκυραίος, Ρωμαναίος κ.α.

-λης (τούρκ. καταλ.), Προύσαλής, Μισιρλής(Μισρ=Αίγυπτος), Βάρναλης, Καραμανλής(Καραμανία), Τσεσμελής(Τσεσμέ) κ.α.

Πολλά επώνυμα προέρχονται ,σύμφωνα με τον Ν.Π.Ανδριώτη,«Συμβολή στη μελέτη των νεοελληνικών επωνύμων»από:
-Απλά ρήματα από τον ενεστώτα της οριστικής στο πρώτο ενικό πρόσωπο:

Βήχος (βήχω), Βλάβος( βλάβω), Θαρρός (θαρρώ), Καταλειπός (καταλείπω), Καπνίζος (καπνίζω), Καταντός (καταντώ), Κατέχος (κατέχω), Κιλαηδώνης (κελαηδώ), Κλάνος( κλάνω), Κλώθος (κλώθω), Κρένος (κρένω), Λέγος (λέγω), Λυγίζος (λυγίζω), Νυστάζος-Νυσταζόπουλος(νυστάζω), Πιστευός (πιστεύω), Τρέμος (τρέμω), Ψάχος (ψάχω).

-Επώνυμα από τον ενεστώτα στο τρίτο ενικό πρόσωπο, με προσθήκη του πτωτικού –ς της ονομαστικής των αρσενικων ονομάτων:

Αγρεύης (αγριεύει), Ασημώνης (ασημώνει), Βουλώνεις (βουλώνει), Γαργαλής (γαργαλεί), Γουρλώνης (γουρλώνει), Δένης (δένει), Κακιώνης (κακιώνει), Κατέχης (κατέχει), Κολώνης (κωλώνει),Κουμαντάρης-Κουμανταράκης (κουμαντάρει), Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει), Κρυώνης (κρυώνει), Μαγκώνης (μαγκώνει), Μαργώνης (μαργώνει), Παρασύρης (παρασύρει), Παχύνης (παχύνει), Περιμένης (περιμένει), Πλάλης (πιλαλεί), Ροβόλης (ροβολεί), Τρέμης (τρέμει), Τρίζης (τρίζει) κτλ.

-Επώνυμα που έχουν βάση τους γραμματικούς τύπους του μέλλοντα και του αόριστου:

Ακλάσης( κλάσει), Βροντήσης (βροντήσει), Γανώσης (γανώσει), Γδύσης (γδύσει), Γελάσης-Γελασέας-Γελασάκης (γελάσει), Κακίσης (κακίσει), Καπνίσης (καπνίσει), Καταφέρης (καταφέρει), Κατέβης (κατέβει), Κλάψης-Κλαψής (κλάψει), Κοιμίσης (κοιμίσει), Κολάσης (κολάσει), Κορδώσης (κορδώσει), Κορώσης (κορώσει), Κράξης (κράξει), Λιμάξης (λιμάξει), Μαλώσης (μαλώσει), Σιμώσης (σιμώσει), Φάης (φάει), Χάψης (χάψει).


Από την αντιστοιχία αυτή του τρίτου ενικού προσώπου του ρήματος και του επωνύμου φαίνονται να παρεκκλίνουν τα Παίξος, Χάσος, Συλλάβος όπου υπόκεινται μάλλον στο πρώτο ενικό πρόσωπο, και τα Γράψας, Γραψίας, Δώσας, Λάμψας, Παίξας, Πλακώσας, Χάσας και Χάψας που είτε προέρχονται από το τρίτο πρόσωπο του ενικού ή πρόκειται για μετοχές αορίστου.

Επώνυμα από τον ενεστώτα της προστακτικής:

Αγνάντας, Αλησμονής, Γαργάλας, Γύρνας, Ζήβας(ζήβα=σβήσε), Ζούπας, Καβάλας, Καβαλίκας, Καρτέρας, Κατέβας, Κλότσας, Κοίτας, Λάσκας, Λειτούργης, Μάινας(μαϊνάρω), Ξεφλούδας, Παρηγόρης, Πασπάτης, Περπάτης, Πιλάλης, Ρούφας, Σαλαπάτας, Σάλταςμ Σκούντας, Σκύφτας, Συντήρηςμ Σφύρας, Τραγούδας, Τρέχας(πρβ.Παπατρέχας), Τσάκος(τσάκω=προστακτική του τσακώνω), Τσαλαπάτας, Τσίμπας, Τσαλαβούτας, Τσουρούφλιας, Φέγγας, Φεύγας και Φευγάς, Χαιρέτας.

Αρκετά είναι και τα επώνυμα που προέρχονται από σύνθετα ρήματα ή από φράσεις με ρήμα.


-Από τον ενεστώτα της οριστικής στο πρώτο ενικό πρόσωπο:


Γκαμώτος (γαμώ το), Σεβλέπος (σε βλέπω)

-Από τον ενεστώτα στο δεύτερο και κυρίως στο τρίτο ενικό πρόσωπο:


Καλοκρατάς(καλά τα κρατάς), Καμνορόκας (κάμνει ρόκα, κλώθει μαλλί), Κοντοζής (βραχύβιος), Λαδοβρέχης (λάδι βρέχει), Μαγγίζης (μη αγγίζεις), Ξεβγαίνης-Ξευγένης (ξεβγαίνει), Ξεσφίγγης (ξεσφίγγει), Ρουφογάλης (ρουφώ γάλα), Συξέρης (συ ξέρεις),

-Από τον αόριστο στο πρώτο ενικό πρόσωπο:

Ξείπας(είπα, ξείπα,πρβ. Ξελέγος), Πορδαφήκας (πορδή άφηκε)

-Από τον αόριστο στο δεύτερο και τρίτο ενικό:

Καψοσπίτης, Κορδοκοίλης, Παιδοβρεξάκης, Ραψομανίκης, Χαλασοχώρης, Χασαλεύρης, Χασομέρης, Καυσαλώνης

-Από το τύπο της προστακτικής:

Καλακατέβας (καλά κατέβα), Καλοχαιρέτας, Καταβούτας, Κατσανέβας(κάτσε-ανέβα), Τριψιγάλας(τρίψε γάλα), Σαλταπήδας( σάλτα πήδα), Συρεπίσος (σύρε πίσω), Τσακαπιάνης (τσάκα πιάνει), πρβ. το μεσαιωνικό Βάλελάδης.

Επώνυμα από μετοχές του μέσου και παθητικού ρήματος:
-Επώνυμα από το μέσο και παθητικό παρακείμενο της μετοχής:

Αλλαμένος, Αρτυμένος, Βαμμένος, Βαρεμένος, Γεννημένος, Γραμμένος,Ζωμένος, Θαμμένος, Ιδρωμένος, Καημένος, Κλεμμένος, Κολλημένος, Κλαδεμένος, Κρεμασνένος, Λιγωμένος, Μαζεμμένος, Μπαλωμένος, Ντυμένος, Παγωμένος, Σαλεμμένος, Σκαλωμένος, Χαϊδεμένος, Χαλασμένος, Χαρτοδιπλωμένος, Χολιασμένος, Χορτασμένος,κτλ, πρβ. και τα μεσαιωνικά Βεβαπτισμένος, Βροντισμένος, Κεκαλεσμένος, Κεκαυμένος, Κρεμασμένος, Πεπλεγμένος, Συχωρεμένος.

-Επώνυμα από το το μέσο και παθητικό ενεστώτα της μετοχής, πολύ σπάνια:

Καλούμενος, Κρατούμενος, Λαλούμενος, Πετούμενος.

Πολλά επώνυμα προέρχονται και από εκφράσεις και λέξεις που λέει συνέχεια κάποιος όπως:

Κατόπης, Κιαπές, Κιόλας, Μαθές, Μεταχαράς, Μήγαρης, Πολυκαλάς, Πουθενάς, Ρές, Τάχας, Χάμος κτλ.

Αβάζος- Από το τουρκ. avaz, κραυγή, βοή.{ΣΗΤΡ}

Αβάνης/Αβάνέας/Αβάνογλου- Από το δημώδ. αβάνης, ο συκοφάντης, μεσαιωνικό αβάνης<αραβ. hawan. Και αβανιά η συκοφαντία, η κακολογία. (Λ.Τ) (ΘΗΣΑΥ)

Αβάσταγος- Από το δημωδ. αβάσταγος, ο ασυγκράτητος, ο ανυπόμονος, μσν. αβάσταγος<ελνστ. ἀβάστακτος. Ως επώνυμο, καταγράφεται το 1264, στην Κεφαλονιά. (BZP)(ΛΤ)

Αβδελάς/Αβδελόπουλος- Από το δημώδ. αβδέλλα, η βδέλα, <αρχ. βδέλλα. Αβδελάς πιθανώς ο έμπορος βδελλών, ίσως για θεραπευτικούς λόγους. (Λ.Τ) (ΘΗΣΑΥ)

Αβράμης/Αβραμάκης/Αβραμόπουλος κοκ- Από το χριστ. βαφτ. Αβραάμ, εβρ.Abhraham, ο πατέρας πολλών εθνών. Αρκετά διαδεδομένο βαφτ. εξού και οι πολλές παραλλαγές του. Ως επώνυμο ήδη από τον 13ο αι. ως Αβράμος, ᾿Αβράμης (Κρητ.), κτλ.(ΛΜ) (BZP)

Αγαπητός/Αγαπήτογλου/Αγαπητάκης/Αγαπητόπουλος κ.α. – Από το βαφτ. Αγαπητός, ήδη από την κλασσική εποχή, και όχι σπάνιο τη βυζαντινή περίοδο φτάνοντας ως τις μέρες μας. Ως επώνυμο συναντάται τον 14ος αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος ιερέας Ιωσήφ Αγαπητός στο Γαλατά της Πόλης, και ένας Αγαπητός το 1321 στο Νεοχώριον Χαλκιδικής κ.α.. (BZP)

Αγιομαυρίτης-Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Αγία Μαύρα, η Λευκάδα τον μεσαίωνα.{ΤΠΝΜ}

Αγοραστός- Από το επιθ.αγοραστός «αυτός που αποκτήθηκε με αγορά»<αγοράζω + παραγ.επίθ.-τός. Δηλώνει τα έκθετα παιδιά που υιοθετήθηκαν όπως και τα Βρετός, Πουλημένος, Πούλος.{ANX}

Αγουρίδας-Από το ουσ. αγουρίδα η· αγγουρίδα· αγουρίς, άγουρος καρπός αμπέλου.{ΜΣΚ}

Αγραβάνης- Από το δημώδ. αγραβάνι, ο καρπός της αγραβανιάς, αλλιώς η κουτσουπιά, δύσκολα να ετυμολογηθεί ακριβώς η λέξη. (ΘΗΣΑΥ)

Αδρασκέλας- Από το δημωδ. αδρασκελιά, η δρασκελιά, το βήμα με μεγάλο άνοιγμα των σκεών, το ανοιχτό βήμα. Λογικά αδρασκελάς, αυτός που περπατάει με μεγάλα βήματα-δρασκελιές. Η λέξη από το ελνστ. διασκελίζομαι `κάνω μεγάλο βήμα΄. (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Αδραχτάς/Αδράχτας- Από το δημωδ. αδράχτι, το κυλινδρικό ξύλο στο οποίο τυλίγεται το νήμα που παράγεται κατά το γνέσιμο του μαλλιού,< μσν. αδράχτι<ελνστ. ἀδράκτιον υποκορ. τουἄδρακτος.Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 15ο αι., αναφέρεται ένας Αδραχτάς Μιχαήλ.(ΛΤ) (BZP)

Αζάπης- Από το αραβοτουρκ. Azap, στρατιώτης ή ναύτης υποχρεωμένος να μένει άγαμος, ο ατίθασος μτφ.{ΣΗΤΡ}

Αζαρίας- Από το βαφτιστικό Αζαρίας, πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης. Το όνομα, στα εβραικά, σημαίνει «βοηθούμενος από τον Θεό», ενώ στην ελληνική λαϊκή κουλτούρα οι μητέρες έταζαν τα μωρά τους πριν γεννηθούν στον Άγιο Αζαρία, παρετυμολογώντας το όνομα ως «αζάρωτος» για να μη γεννηθεί το μωρό ζαρωμένο.

Αηδόνης- Από το δωμωδ. αηδόνι, ωδικό πτηνό, και μεταφορικά για πρόσωπα, ο καλλίφωνος, μσν. αηδόνι(ν) < ελνστ. ἀηδόνιον υποκορ. του αρχ. ἀηδών.(ΛΤ)

Αϊβαλιώτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το Αϊβαλί της Μικρασίας, τις αρχαίες Κυδωνίες. Η ονομασία Αϊβαλί, λογικά σχετίζεται με την αρχική ονομασία, καθώς ayva είναι στα τούρκικα το κυδώνι. Η κατάλ. -(ι)ώτης, συνηθέστατη σε πατριδωνυμικά επώνυμα,πρβλ. Βολιώτης, Χαλκιδιώτης, Θασιώτης κτλ, από το αρχ. επίθ. –ώτης, πρβλ. δεσμώτης, Ηπειρώτης, Σικελιώτης, Παρπαριώτης κτλ. (ΛΤ)

Ακαρέπης- Από το το τουρκικό akrep , ο σκορπιός.

Ακίλας- Από το αραβ/τουρκ. akil, φρόνιμος, συνετός.{ΣΗΤΡ}

Άκουρος- Από το δημώδ. άκουρος, ο ακούρευτος, στερ. –α και αρχ. κουρά. (ΛΔΗΜ)

Άκρατος- Από το δημώδ. άκρατος, ο ανόθευτος, ο αμιγής και για χαρακτηρισμό ανθρώπου, ο γνήσιος, ο πραγματικός, <αρχ. επίθ. άκρατος. Η λέξη και σήμερα ιδιωματικά. {ΜΣΚ}(ΛΔΗΜ)

Ακρίδας-ν.ε. ακρίδα<αρχ.ἀκρίς,αιτ. -ίδα{Λ.Τ.}

Αλαµπάντας-Από το διαλεκτ. αλαμπάντα=ανακατωσιά, επανάσταση.< ιταλ.εκφρα. alla banda(λαφυραγωγία).{ΗΠΟΙΚ}

Αλατζάς-Σχετικό με το ν.ε. αλατζάς, βαμβακερό ύφασμα κατώτερης ποιότητας: Φουστάνι από αλατζά. <τουρκ. alaca –ς{Λ.Τ.}

Αλατερός- Από το δημωδ. επίθ. αλατερός, ο έχων πολύ αλάτι, ο αλμυρός, <μσν. αλατερόν<αρχ. άλας.

Αλαφούζος- Από το ιδιωμ. αλάφι, αντί ελάφι(και αλαφίνα αντί ελαφίνα), και την ιδιωμ.υποκοριστική κατάληξη –ούζος, πρβλ. Γιαννούζος, Γαβρούζος κτλ.(ΛΔΗΜ)

Αλαβάνος- Σχετικό με το ιδιωμ. αλαμάνος, απάνθρωπος, αιμοβόρος. Ετυμολογικά συνδέεται με το φράγκικο alleman, ο Γερμανός, που πέρασε σε μερικές ελληνικές διαλέκτους ως χαρακτηρισμός, όπως κι άλλα εθνικά ονόματα λόγω στερεοτύπων που επικράτησαν στον λαό, Βούλγαρης, Αρναούτης, Τσιφούτης, Λιτζερίνος κτλ.(ΛΔΗΜ)

Αλεβίζος/Αλεβιζάκης/Αλεβιζόπουλος/Αλεβιζάτος- Από το παλαιότ. βαφτ. Αλεβίζος, ελληνοποίηση του ιταλ. Alviso και αυτό με τη σειρά του ιταλοποίηση του νορβ. Alvis, πρόσωπο της μυθολογίας των Νορβηγών.

Αλετράς- Ο κατασκευαστής αλετριών( αλέτρι, το), <ουσ. άλετρον{ΗΠΓΛ}

Αλευράς- Από το ν.ε. αλευράς, ο αλευροπώλης,παροιμ. «αλευράς και πεινασμένος δε γίνεται». <αρχ. ἄλευρον . Ως επώνυμο εμφανίζεται πρώτα, τουλάχιστον, το 1436.(ΛΔΗΜ)

Αλέφαντος- Μητρωνυμικό επώνυμο από το σπάνιο βαφτιστικό Αλεφαντώ(Ελεφαντώ). Πολύ σπάνιο και σήμερα χρησιμοποιείται όμως. Λιγότερο πιθανό είναι το επώνυμο να προέρχεται από το δημωδ. αλεφάντης,οπή επι της στέγης ή η είσοδος οικήματος από την οποία εισέρχεται το φως.Πρβλ. παρόμοια επώνυμα Φεγγίτης, Γκλαβάνης(βλ.επών.) κτλ.Σε διάφορες περιοχές όπως την Κάρπαθο η λέξη “αλεφαντού” δηλώνει την υφάντρια, και είναι σχετικός με την παραλλαγή του επωνύμου Ανυφαντής/Αλυφαντής. (ΚΡΠΘ)

Αλικάκης(Αλικάκος)- Σχετικό με το τουρκ.alik, το φτιασίδι, η ερυθρότητα(ΕΠΜΑ)

Αλισανδράκης/Αλυσανδράκης- Από την ιταλική παραλλαγή το ονόματος Αλέξανδρος,Alissandro=Alessandro, συν την συνηθέστατη κατάληξη στην Κρήτη, -άκης. Το επώνυμο απαντάται στο Ρέθυμνο, Ρουμελή Μυλοπ. Και Πλάτανος Αμαρ.).(ΚΡΗΤ)

Αλούπης-Από το ιδιωμ. αλουπού, η αλεπού, αρχ. αλώπηξ..Στην κεφαλλ. διάλ. αλούπι , ο ζωηρός, δραστήριος, πανούργος, σχετικό με την αλεπού.{ΓΚΕ}

Αλιτζερίνος/Λιτζερίνος- Από το δημώδες (α)λιτζερίνος, που εκτός από την πρωταρχική του σημασία(Αλγερινός) σήμαινε και τον πειρατή, τον κουρσάρο, φαινόμενο συνηθέστατο ανάμεσα σε ελληνικούς πληθυσμούς της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα στη Μάνη. Η λέξη είχε και την έννοια του αρπακτικού και κακόπιστου ανθρώπου. (ΛΔΗΜ)

Αλφιέρης- Από το δημώδ. αλφιέρης, ο σημαιοφόρος, φλαμπουροφόρος, την περίοδο της τουρκοκρατίας/βενετοκρατίας, από το ιταλ. l’alfiere. (ΘΗΣΑΥ)

Αμανατίδης/Αμανετίδης/Αμανετόπουλος- Από το τουρκ. amanet, παρακαταθήκη, σύμφωνα με τον Βογιατζόγλου. Θεωρώ πιθανότερο να σχετίζεται με το (ομόριζο;) ν.ε. αμανέ<τουρκ. mân(i)- είδος λαϊκής μουσικής, πρβλ. αμανετζής. (ΕΠΜΑ)

Αμδίτης- Επώνυμο εθνικό που δηλώνει καταγωγή από περιοχή που ονομάζεται Αμδί, συν την κατάλ. –ίτης. Οικισμό Αμδί δεν βρήκα πουθενά, αμδί πάντως στην διάλεκτο της ανατολικής Θράκης(Σαράντα Εκκλησιών), έλεγαν το αμμούδι, την άμμο.

Αμοιρίδης/Αμυράς- Ίσως να σχετίζεται με την λέξη άμοιρος, ο κακόμοιρος, αλλά θεωρώ ότι το –οι- προήλθε από λόγιο ορθογραφικό «εξελληνισμό». Είναι πιθανότερη η συσχέτιση του με το μεσν. αμιράς, ο άρχοντας, στρατηγός, που χρησιμοποιήθηκε και ως βαφτιστικό,εξού και η διάδοσή του. Η λέξη χρησιμοποιείται και θωπευτικά ως προσφώνηση , «αμιρά μου»(άρχοντα μου),< <αραβ.῾amīr, η λέξη από τον 7ο αι.(μ.Χ) στα ελληνικά. Σαν επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα με μορφές όπως Αμηράλης(128-Σμύρνη),Αμιρούτζης(Τραπεζ.) κτλ (ΜΣΚ)(ΛΤ)(BZP)

Αμπατζής -κατασκευαστής ή πωλητής χοντρών μάλλινων υφασμάτων ή ρούχων.<τουρκ.Abacι{ΜΣΚ}

Αμπράζης- Από το αραβ/τουρκ. ebras, ψωραλέος, αγροίκος.{ΣΗΤΡ}

Αναγνώστης/Αναγνωστόπουλος/Αναγνωστάκης- Από το ν.ε. αναγνώστης ο. 1) Aυτός που διαβάζει 2) Πρόσωπο με κατώτερο εκκλησιαστικό βαθμό <αρχ.ουσ. αναγνώστης.που βοηθεί το διάκονο και τον ιερέα στα έργα τους. Και σαν βαφτιστικό σε ορισμένες περιοχές όπως την Πελοπόννησο, εξού η ευρεία διάδοση του ως επώνυμο, με όλες τις παραλλαγές του. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Αναγνώστου(Εύβοια), ᾿Αναγνώστης (Θεσσ/κη){ΣΗΤΡ}(BZP)

Αναλυτής- Από το μεσν./δημώδ. αναλυτής, αυτός που αναλύει λεπτομερώς τα πράγματα, από το αρχ. ρήμα αναλύω. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Αναλυτής στην Κεφαλονιά το 1264, αλλά και το 1331/2 αναφέρεται κάποιος Κωνσταντίνος Αναλυτής, ιερέας-δωρητής της εκκλησίας των Ταξιαρχών στη Δεσφίνα Φωκίδας. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Αναματερός- Από το δημώδες αναματερό και αναματηρό, το δοχείο που μπαίνει το ανάμα. Ανάμα λέγεται στην εκκλησιαστική ορολογία το κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται για τη Θεία Ευχαριστία, <μεσν. νάμα με τη σημερινή σημασία< αρχ. νᾶμα «τρεχούμενο νερό». (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Αναστασοβίτης- Επώνυμο εθνικό που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Αναστάσοβα της επαρχίας Καλαβρύτων, σήμ. Ανάσταση. Σλαβογενές τοπωνύμιο που δημιουργήθηκε από το βαφτ. Αναστάσιος, ως ανδρωνυμικό. {ΤΠΝΜ}

Αναστασόπουλος/Αναστασάκης κοκ- Από το βαφτ. Αναστάσιος,<αρχ. ανάστασις, έχει μορφές όπως Τάσιος, Τάσος, Σάκης, Τούσιας, Τσιάκος, κτλ.Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως, Αναστάς(Τραπεζ.), Αναστάσης(Λήμν.), Αναστασιόπουλος(Θεσσ/κη), Άναστος (Τραπεζ.), κτλ. (ΛΜ) (BZP)

Αναπλιώτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το Ανάπλι<Ναύπλιο λαικτρ.{ΤΠΝΜ}

Ανδριόπουλος / Ανδρουλάκης /Ανδρικόπουλος/Ανδρίτσος/Ανδρούτσος κοκ- Από το βαφτ. Ανδρέας, και τις καταλ. 1)–ίκος, από την μεσν. υποκορ. κατάλ. –ίκι(ο)ν, πρβλ. πέρδιξ-περδίκιον κ.α.,2) –ίτσος, από το μεσν. υποκορ. επίθ. –ίτζι(ν),-ίτσι(ν), εξέλιξη του παλαιότερου –ίκιν, πρβλ. αστρίκιν/αστρίτσι, 3) –ούτσος, από το μεσν. επίθημα –ούτση(ς)-ικος< ιταλ. υποκορ. επίθημα ucc(io), πρβλ. ιταλ. animaluccio “ζωάκι”. Ως επώνυμα με αυτούς τους τύπους, τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, όπου αναφέρονται Ανδρούτζος στη Βέροια, και ᾿Ανδριτζόπουλος στην Αιτωλία. (ΛΤ)(ΛΜ)(BZP)(DCHD)

Ανδρώνης- Από το βαφτ. Ανδρώνης,υποχωρητικά,< Ανδρόνικος. Το όνομα Ανδρόνικος ήταν πολύ διαδεδομένο στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, ίσως λόγω των δύο αυτοκρατόρων Ανδρόνικων,14ος αι.. Εμφανίζεται και σαν Ανδρωνάς τον 13ο αιώνα στη Θεσσ/κη.Και όνομα οικισμού στην Ηλεία, Αντ(δ)ρώνη(του).(BZP) (ΑΝΧΜ)

Αντωνίου/Αντώναρος/Αντωνόπουλος κοκ- Από το βαφτ. Αντώνιος,όνομα αγιών, από το λατ. Antonius, άγνωστου ετύμου, ίσως ετρουσκικής αρχής.(ΛΤ)

Ανευλαβής- Από το μεσν. ανευλαβής, 1) ο μη ευλαβής, ο μη σεβόμενος ή μη φοβούμενος, και 2) ο θρησκευτικά ασεβής. (ΛΔΗΜ)

Ανυφαντής- Από το δημ. ανυφαντής(μεσν. ανυφάντης), ο εξ επαγγέλματος υφαντής, αυτός που υφαίνει. Και Αλυφαντής, Αλφαντής. (ΛΔΗΜ)

Άντζας- Από το ιδιωμ. άντζα, η γάμπα, μσν. άντζα <μσνλατ. *ancia.. Ως επώνυμο αναφέρεται ήδη από τον 11οαιώνα.{Λ.Τ.}

Αξαόπουλος- α)Από το δημώδες αξάγι/αξάι, το εξάγιον, το αλεύρι που δίνεται για αμοιβή στο μυλωνά. β) Ίσως από διαλεκτ. μορφή(Πελ/σος) του δημωδ. επιθέτου άξαντος/άξαστος, ο αλανάριστος, αυτού που δεν μπορεί να λαναριστεί το μαλλί του. Η πρώτη εκδοχή πρέπει να θεωρηθεί επικρατέστερη. (ΛΔΗΜ)

Απέκης/Απόκης- Από το ιδιωμ.(Πελ/σο) απέκης/απόκης, ο Ρουμελιώτης, ο «απ’έκει», ο από απέναντι, από τη Στερεά Ελλάδα.

Απέργης- Από το μεσν. απέργης, ο αμαρτωλός, ό άνομος. Από το ουσ. απέργιν, η αμαρτία, ανομία. (TRAPP)

Απόκοτος- Από το μεσν. και δημωδ. επιθ. απόκοτος,ο υπερβολικά τολμηρός, παράτολμος, ριψοκίνδυνος,< μσν. απόκοτος. (ΤΣΑΚΛ)(ΛΤ)

Αποσπόρης- Από το δημωδ. απόσπορο, κυριολ. το υπόλειμμα του σπόρου, μτφ. και συνήθ. χαρακτηρισμός του τελευταίου παιδιού μιας οικογένειας, αλλιώς το απογόνι, στερνοπαίδι.(ΛΔΗΜ)

Αποστολάκης/Αποστολάτος/Αποστολάκος κοκ- Από το βαφτ. Απόστολος-ης, αρχικά η λέξη , απόστολος,δήλωνε τον αγγελιοφόρο<αποστέλλω, διαδόθηκε λόγω των Δώδεκα Αποστόλων. Ως επώνυμο εμφανίζεται τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Αποστόλης(1265-Σμύρνη), Αποστολόπουλος (1284-Λήμνος), κτλ. (ΛΜ)(BZP)

Αράπης/Αράπογλου- Από το δημωδ. αράπης, 1) αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή, ο μαύρος, ο νέγρος, 2) ο Άραβας, 3)ο πολύ μελαχρινός, μελαψός.<τουρκ. arap. Η κατάληξη –όγλου, σχεδόν κατά κανόνα κατάληξη Μικρασιατών, προέρχεται από το τουρκ. –oglu

Αρβάλης- Από το δημωδ. αρβάλι, ο αναρτήρας του κουβά, ή της μπακράτσας, το πιαστήρι, και ρήμα αρβαλώ/αρβαλίζω κάνω κρότο με αρβάλια, αρβάλη σύμφωνα με τον Ησύχιο, «τήγανον οστράκινον,Ταραντίνοι». (ΛΔΗΜ)

Αργύρης/Αργυράκης/Αργυρούσης κοκ- Από το βαφτ. Αργύρης<Αργύριος, μάρτυρας της Ορθοδ. Εκκλ., συντομευμένος τύπος του Ανάργυρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα ως Αργύρης, Αργυρόπουλος, Αργυρός κτλ. Ως Αργυρόπουλος είναι γνωστός και ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Γ’ (1028-1034), και ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, σημαντικός λόγιος του 15ου αιώνα. (ΛΜ)(BZP)
Αρίδας- Από το δημωδ. αρίδα, 1) είδος τρυπανιού, και 2) αρίδα τα πόδια, «μάζεψε τις αρίδες σου», και αρίδας αυτός που έχει μακριά πόδια, αρχ.ἀρίς. (ΛΔΗΜ)

Αρμάγος-Αρμάος- Απο το βαφτ. Αρμάος-Αρμάγος, από το βενετσιάνικο armato, διαδεδομένο σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου (Ιόνιο,Κρήτη,Θεσσαλία,Σέρρες κτλ). (ΑΝΧΜ)


Αρνάρης- Από το ν.ε. αρνάρης, ο έχων πρόβατα, αρνιά, ο προβατάς,πρβλ. Γιδάρης, Γελαδάρης κτλ. (ΛΔΗΜ)

Αρνιακός- Πατριδωνυμικό, δηλώνοντας καταγωγή από τοπωνύμιο όπως Αρνάς Πάρου και Άρνα Λακωνίας. Η κατάληξη –ιακός είναι αρκετά σπάνια, παρόμοιο σχηματισμός είναι το «Βυζαντιακός». Λιγότερο πιθανό,από το δημωδ. αρνιακό, το δέρμα του αρνιού, το αρνοτόμαρο, προβιά. Πιθανώς το επώνυμο δηλώνει κάποιον που επεξεργαζόταν την προβιά, ή την πουλούσε. (ΛΔΗΜ)

Αρφάνης/Αρφανίδης/Αρφανάκος/Αρφανάκης- Από το ιδιωμ. αρφανός, ο ορφανός. Ως επώνυμο με την πιο συνηθισμένη και αρχική μορφή της λέξης, ορφανός, εμφανίζεται : το 13ο αιώνα στη Κεφαλονιά ως Ορφανός, το 15ο αιώνα ως Ορφανόπουλος, το 1288 ένας Λέων Ορφανός στην Κω κ.α. Η λέξη από το αρχαίο «ορφανός». (ΛΔΗΜ) (BZP) (ΛΤ)

Αρώνης- Από το βαφτ. Αρώνης, η εξελληνισμένη μορφή του βιβλικού Ααρών. Ως επώνυμο(ή μορφή βαφτιστικού) συναντάται για πρώτη φορά το 1260 στην Τραπεζούντα. (BZP)

Ασκούνης/Ασκόπουλος- Από το δημωδ. ασκί, υποκορ. του ασκός, το ασκάκι,και ασκοπούλι. Συν την υποκορ. κατάλ. –ούνης(μσν. -ούνι < αρχ. υποκορ. επίθημα –ιον,πρβλ. κεντρούνι,βυζούνι, Βασιλούνης,Δεσπούνης κτλ), και το Ασκόπουλος με την συνηθέστατη πατρωνυμική κατάλ. –όπουλος. Το επώνυμο πιθανώς σχηματίστηκε από το επαγγελματικό Ασκάς, ο κατασκευαστής ασκών. (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Ασλάνης- Από το τουρκ. aslant, λιοντάρι.{ΣΗΤΡ}

Ασπιώτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Ασπάι της Κέρκυρας, πρβ.Ασπιωτάδες Κέρκυρας.{ΤΠΝΜ}

Ατματζίδης-Προέρχεται απο το τουρκ. ουσ. atmaca που δηλώνει ένα είδος γερακιού(accipiter gentilis),το ξεφτέρι.Εμφανίζεται και ως Ατματζιάδης, Ατματζής, Ατματζάκης,κτλ. (ΕΠΜΑ)

Αυγενάκης/Αυγεράκης/Αυγέρης/Αυγερόπουλος κ.α.- Από το βαφτ. Αυγερινός, όνομα από το επίθετο του πλανήτη Αφροδίτη, όπως φαίνεται την αυγή ως το τελευταίο άστρο της νύχτας, <μεσν.<επιθ. Αυγερινός< αρχ. αυγή, κατά το εσπερινός, νυχτερινός κ.α. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, αναφέρεται κάποιος Αυγερηνός Ιωάννης στη Λήμνο το 1300. (ΛΜ) (BZP)

Αφιώνης- Από το ν.ε. αφιόνι ,το όπιο<μσν. αφιόνι(ον) αντδ. < τουρκ. afyon -ι(ον) < περσ. < ελνστ.ὄπιον.{ΔΟΦ}

Αχαμνός- Από το ιδιωμ. αχαμνός, ο άσχημος, ο αδύνατος, ο ισχνός, <μσν. αχαμνός, `αδύναμος΄ < χαμνός, < αρχ. χαῦνος. (ΛΤ)


B

Βαβύλης- Από το όνομα αγίου της Εκκλησίας, Άγιος Βάβυλας, επίσκοπος Αντιόχειας τον 3οαιώνα, ή λέξη ίσως σχετίζεται με το αρχ. βαβύλας-βαβύας, σύμφωνα με τον Ησύχιο «ο βόρβορος, πηλός». Λιγότερα πιθανό, από τη κεφαλλ. Ιδιωμ. λέξη βαβύλα, είδος κανθάρου βαθυκόκκινου, εκφρ. «βαβύλα κεράσια» δλδ κατακόκκινα-ώριμα κεράσια.{ΓΚΕ}


Βαγενάς- Από το ν.ε. βαγένι-βαρέλι,< μεσν. βαγοίνιον. Ο Meyer την ετυμολογεί από το σλαβ. vagan “ξύλινη γαβάθα”. Πιθανώς από το <μεσν. λατ. vagna.{ΤΟΖ}

Βαγιωνάς/Βαγιόνης/Βαγιονάκης/Βαγιανόγλου κοκ- Από το βαφτ. Βάϊος, Βάγια, Βαγιώνα,<μτγν. βάιον, και βάγια, τα κλαδιά από φοίνικα,δάφνη κλπ, που δίνονται στους εκκλησιαζόμενους την Κυριακή των Βαΐων.(ΛΜ)

Βαζούρας/Βαβούρας- Από το δημωδ. βαβούρα, και βαζούρα ιδιωματικά, ο ενοχλητικός θόρυβος, η βοή, φασαρία, <μεσν. βαβούρα, ηχομιμ. < ελνστ. βαβ(άζω) `φωνάζω΄ -ούρα.(ΛΤ) {ΓΛΑΙΤ}

Βακράτσης- Από το τουρκ. bakrac, μικρό δοχείο για μεταφορά νερού, ν.ε. μπρακάτσια.Μπακράτσης/Βακράτσης ίσως ο κατασκευαστής ή έμπορων των συγκεκριμένων δοχείων.{ΣΗΤΡ}

Βαληνάκης- Από το πατριδωνυμικό Βαληνός/Βαλινός, ο καταγόμενος από το χωριό Βαλής του νομού Ηρακλείο, κατά το Πατρινός, Ζακυνθινός, Κομνηνός, Καντακουζηνός κτλ. {ΤΠΝΜ}

Βανδής- Από το μεσν. βάνδον ,το. Στρατιωτική σημαία και συνεκδ. στρατιωτική μονάδα. <ουσ. βάνδα<μεσν. λατ. bandum.{ΜΣΚ}

Βαξεβάνης (Μπαχτσεβάνης)- Από το τουρκ. bahçıvan- bahçe- κήπος, ο περιβολάρης, με φωνητικό εξελληνισμό.{ΣΗΤΡ}

Βαρβάκης- Από την ιδιωμ. λέξη βαρβάκι, πουλί νυχτόβιο με μεγάλα στρογγυλά μάτια, και φυτό.{ΣΗΤΡ}

Βαρβαρίγος- Από το βενετσιάνικο επώνυμο Barbarigo, μάλιστα ο Agostino Barbarigo, ήταν δόγης της Βενετίας από το 1486 ως το 1501. Σύμφωνα με το Ιστορικό Λεξικό Ζακύνθου του Ζώη, η οικογένεια καταγόταν από την οικογένεια των Βαρβαρίγων της Βενετίας, αφού πρώτα είχε εγκατασταθεί στην Κρήτη. Βαρβαρήγοι υπήρξαν και Προβλεπτές της Βενετίας, στη Ζάκυνθο. (ΛΞΖΑΚ)

Βαρβατσούλιας- Κεφαλλ. Ιδιωμ. λέξη βαρβατσούλια, η βαρειά οσμή που έχουν οι …εργένηδες τράγοι. Σχετικό με το «βαρβάτος» και την κατάληξη –ίλα(βλ.προβατίλα, ξινίλακ.α.){ΓΚΕ}

Βαρβιτσιώτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Μπαρμπίτσα(Βαρβίτσα) της Λακωνίας, πατρίδα του μεγάλου προεπαναστατικού κλεφτη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη.{ΤΠΝΜ}

Βαρδής/Βαρδινογιάννης- Από το βαφτ. όνομα Βαρδής, σύνηθες από Έλληνες σε βενετοκρατούμενες περιοχές(Κρήτη,Κυκλάδες κτλ), από το βενετσιάνικο Baldin, εξελληνισμένο φωνητικά. Το βεν. Valdin με τη σειρά του προέρχεται αποτο αρχ.γερμ.Baldawin

Βαρθακούρης- Από το ιδιωμ. βαρθάκι, το βατράχι, συν την υποκορ. κατάληξ. –ούρης.

Βαρνακιώτης- Επώνυμο γνωστού αγωνιστή του ’21. Το επώνυμο εθνικό, δηλώνει καταγωγή από το χωριό Βάρνακας, οικ. νομού Αιτωλοακαρνανίας, δ. Αλυζίας.{ΤΠΝΜ}

Βασσάρας,-Σχετίζεται με το τοπωνύμιο Βασσαράς, χωριό της Λακωνίας. Δεν είναι σπάνιο(ούτε όμως και σύνηθες) να δημιουργούνται πατριδωνυμικά επώνυμα με την απλή πρόσθεση του τελικού -ς, όπως Λοιδωρίκης, Σαμοθράκης, Σαλονίκης κτλ. Όσον αφορά την ετυμολογία του τοπωνυμίου απο το οποίο προέρχεται πιθανώς και το επώνυμο, η επικρατέστερη άποψη είναι οτι σχετίζεται με την αρχ. και μεσν. ελλ. λέξη βάσσα-τόπος φαραγγώδους κοιλάδας. Την άποψη αυτή δέχεται ο καθ.Δ. Β. Βαγιακάκος, '(Αρχαία καί μεσαιωνικά τοπωνύμια έκ Μάνης, Ελληνικά 15 (1957), σελ. 207-208).

Βασκαντάρης.Βασκαντήρας- Από την ηπειρ. ιδιωμ. λέξη βασκαντάρι/βασκαντήρα, όστρακο θαλάσσιο, όπου κρεμούν οι μητέρες στο λαιμό των παιδιών τους προς αποφυγή βασκανίας.{ΗΠΓΛ}

Βαφιάς/Βαφέας/Βαφειάδης/Βαφίδης/Βαφίνης/Βαφόπουλος- Από το δημωδ. βαφιάς, ο ελαιοχρωματιστής, ο μπογιατζής, <αρχ. βαφεύς.

Βεδούρης - Από το δημωδ. βεδούρι/βεδούρα, ξύλινο ποιμενικό δοχείο, καρδάρα, μτφ. ως επίθετο δηλώνει τον παχύ και βραχύσωμος άνθρωπο. (ΛΔΗΜ)

Βελέντζας- Από τη ν.ε. βελέντζα, χοντρό και βαρύ μάλλινο υφαντό με ή χωρίς φλόκια, που το χρησιμοποιούσαν ως κλινοσκέπασμα· (πρβ. φλοκάτη). τουρκ. velenç(e) -α{ΣΗΤΡ}

Βελιμέζης- Από το τουρκ. bilmez, ο αμαθής, αχάριστος.{ΣΗΤΡ}

Βελόπουλος/Βελής/Βελίδης/Βελιδάκης/Βελλής κτλ- Από το τουρκ. veli, φύλακας, προστάτης, και άνθρωπος κοντά στον Θεό. Λιγότερα πιθανό από το δημώδ. βέλο, λεπτό και διαφανές ύφασμα, παλαιότερα. Ίσως με το δεύτερο να σχετίζεται και το επώνυμο Βελός, που αναφέρεται το 1264 στην Κεφαλονιά.(BZP)(ΕΠΜΣ)

Βέρρας/Βερόπουλος/Βεράκης/Βερίδης/Βερούσης κ.α.- Μητρωνυμικά επώνυμα από το θηλ. βαφτ. Βέρ(ρ)α, από το ιταλ. Vera, από το επίθ. vero<λατ. verus-αληθινός, σωστός-.(ΛΜ)


Βεργής- Επώνυμο από το βαφτ. Βεργής, ήδη από την παλαιολόγεια εποχή ως βαφτιστικό και ως επώνυμο(1370-Πόλη,1301-Χαλκιδική, κτλ). Το βαφτ., και ως Βεργής, Βέργος, Βέργω προήλθε από τη λέξη βεργί, ευλύγιστη ράβδος. Παρόμοια βαφτιστικά που βασίστηκαν σε αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν τα Συρμώ-Συρμή(σύρμα), Βελούδω(βελούδω), Μπαλάσης (μπαλάσι, είδος πολύτιμου λίθου),Πιπερώ(πιπέρι) και αρκετά άλλα που δεν χρησιμοποιούνται πλέον. (BZP) (ΣΨΘΡΑ)

Βερεμής- Από το ν.ε. βερέμης, <τουρκ. verem, χτικιό, ο χτικιάρης και κατ’επέκταση ο δύστροπος.{ΣΗΤΡ}

Βερνίκος- Από το δημωδ. βερνίκι, ρευστή, ρητινώδης ουσία που χρησιμοποιείται ως επίχρισμα σε διάφορες επιφάνειες για στίλβωση ή και για προστασία, πιθανώς αυτός που έφερε το επώνυμο ήταν κατασκευαστής ή έμπορος του προϊόντος. ελνστ. βερενίκιον(Λ.Μ)

Βεσκούκης- Από το αρβαν. veshqok, ο έξυπνος, το ξεφτέρι. {ALBD}

Βετούλης- Από το ιδιωμ. βετούλι, το νεογέννητο κατσικάκι.{ΓΚΕ}

Βηλαράς-Από το μεσν./νεοελλ.βηλάρι,το. 1) Ύφασμα του αργαλειού, 2) Παραπέτασμα: να σηκώσουν τα βηλάρια του μίσκαν,<λατ. velarium,η λέξη στα ελληνικά :‑ιον τον 6. αι. και ‑ιν το 10. αι.,{ΜΣΚ}

Βλάτης/Βλάττης- Από το δημωδ. βλάττι(ν)- βλατί, πολυτελές μεταξωτό ύφασμα, συν. πορφυρό, και συνεκδ. ένδυμα ή κάλυμμα από αυτό.Ως επώνυμο αναφέρεται ήδη από τον 14ο αιώνα ως Βλατής(Βλατής Θεόδωρος-Μητροπ.Θεσσ/κης{1371),Βλατάς,Βλατερός κτλ(ΛΔΗΜ)(ΜΣΚ)(BZP)

Βλάχος/Βλαχογιάννης/Βλαχόπουλος/Βλαχάκης κτλ- Από το μεσν. & δημώδ. βλάχος, 1)ο βλαχόφωνος, ο ομιλών βλάχικη-λατινογενή διάλεκτο, 2) ο ορεσίβιος, και νομάδας ποιμένας,3) ο άξεστος, αγροίκος, ο χωριάτης. Βλάχους λέγανε παραδείγματος χάρη και οι Χιώτες τους προύχοντες συμπατριώτες τους που ξενιτεύονταν στη Βλαχία, όπως επίσης βλάχους ονομάζουν οι Μανιάτες όλους τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα με τύπους όπως, Βλαχοϊάννης(1279-Χαλκ/κη),Βλαχόπουλος (1316-Σέρρες, 1440-Πάτρα), Βλάχος(1264- Κεφαλονιά) κτλ. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Βλίτας-από τη ν.ε. λέξη βλίτο, αρχ. ουσ. βλίτον{Λ.Τ.}

Βολουδάκης/Βολούδης- Επώνυμο Σφακιανής οικογένειας, που είναι κλάδος των Πατακών. Η μόνη ερμηνεία που μπορώ να δώσω όσον αφορά την ετυμολογία του επων. Βολούδης, είναι να σχετίζεται με το δημωδ. βόλος,μικρή σφαίρα από γυαλί, η μπίλια,<αρχ. βῶλος. Η κατάληξη –ούδης, από το υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, -ούδι, μσν. -ούδιν < ελνστ. –ούδιον. Σχετικό επώνυμο αναφέρεται στην Κρήτη(Κάλαμος), τον 14ο αιώνα, Βόλακας, που σχηματίστηκε από το ίδιο θέμα και την μεγενθ. αρσενικών ονομάτων –άκας. (ΛΤ)(BZP)

Βορίδης/Βοριάς/Βορέας/Βοράκης- Από το δημ. βοριάς,βορέας, ο βόρειος άνεμος, μσν. βοριάς < αρχ. βορέας. Ίσως να χρησιμοποιήθηκε και σαν βαφτιστικό. Παρόμοια επίθετα Πουνέντης, Μαΐστρος, Σιρόκος κτλ. (ΛΤ)

Βόσκαρης- Από το δημωδ. βόσκαρης, ο βοσκός συν την υποκορ. καταλ. –άρης. (ΛΔΗΜ)

Βουλάρης- Από το μεσν. βουλάριος, ο γραμματέας της μητρόπολης, εντελταμένος να φυλάει τη σφραγίδα. (ΛΔΗΜ)

Βουρλής/Βούρλας/Βουρλός- Από το δημωδ. βούρλα, αλλιώς η μούρλα/μούρλια, η τρέλα, η μανία, πρβλ. βουρλίζω, βούρλισμα.< μσν. βουρλίζω `τρέμω σαν βούρλο΄<ελνστ. βροῦλον. (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Βουζουνάρας- Από το ιδιωμ. βουζούνι-α, το απόστημα, το σπυρί-καλόγερος. Η λέξη βουζούνι, από το ιδιωμ. βουζ- ούνι<βύζα+-ούνι. Η κατάλ. –άρας ως μεγενθυτική, πρβλ. Κωνσταντάρας, Γιανναράς κτλ. (ΤΣΑΚΛ)

Βουλάρης- Από το μεσν. βουλάριος, ο γραμματέας της μητρόπολης, εντελταμένος να φυλάει τη σφραγίδα, τη βούλα. (ΛΔΗΜ)

Βουτσάς-από τη λέξη βούτσι+ επαγγελ. καταλ. -άς, βαρέλι. Β.=βαρελάς. (Τριαντ.),< ελνστ. βούτις.{ΤΟΖ}

Βρεττός/Βρεττάκος- Απο το δημ. βρετός, ο ευρημένος, ο ευρετός,1) "επί νηπίων, το υπό των οικείων του εγκαταλειφθέν και ευρεθέν υπό τινός, το έκθετον,2) νήπιον υπό των γονέων του αποτεθέν έμρποσθεν της εκκλησίας, είτε εν τη οδώ, ινά αναλάβη την βάπτισιν του ο πρώτος τυχών διαβάτης. Σύμφωνα με τον Βαγιακάκο, «Μανιάται εις Ζάκυνθον», το όνομα Βρετός, ως βαφτιστικό, είναι σύνηθες στη Μάνη. Έτσι καλείται το εκτεθειμένο από τους γονείς του βρέφος και αργότερα ευρεθέν(βρετό) από άλλους, και ονομάζεται έτσι από πρόληψη πιστεύοντας ότι έτσι θα απόφευχθεί ο θάνατος του βρέφους. Σαν επώνυμο,τουλάχιστον, από τον 14ο αιώνα, με την αρχική μορφή Ευρετός,στην Χαλκιδική(1318). Την ίδια έννοια έχει και το ιταλ. Esposito , πολύ διαδεδομένο επώνυμο στην Ιταλία.(BZP)(ΛΔΗΜ)

Βρούχας/Βρούχος/Βρουχάκης- Από το ιδιωμ. βρούχος, είδος μεγαλόσωμης ακρίδας, από το αρχ. βρούκος, Ησύχ.Γλώσσ. «βρούκος-ακριδών είδη Ίωνες. Κύπριοι δε την χλωράν ακρίδα βρούκαν». (ΤΣΑΚΛ)

Βουτσινάς-Από το δημωδ. βουτσίνα(βυτίνα,βουτίνα,μπουτίνα,μπουτινέλος), είδος μεγάλος κάδου για ποιμενική χρήση, η βούτα ή βούτη αλλού. Η παραγωγική καταλ.-άς, δηλώνει επάγγελμα πρβλ. φαναράς, βαρελάς, βουτσάς, βαγενάς κτλ(ΛΔΗΜ)

Βρούβας-από τη λέξη βρούβα ,είδος άγριου χόρτου.Και η έκφραση «τρώει βρούβες» για τον εύπιστο.{Λ.Τ.}

Βρούτσης/Βούρτσης- Από το μεσν.(και σημ.ιδιωμ.) βρουτσί(ν), μικρή βούρτσα από τρίχες χοίρου, <ουσ. βρούτσα. Ως επώνυμο με τη μορφή Βούρτζης, ήδη τον 11ο αιώνα.( J.-Cl. Cheynet, C. Morrisson and W. Seibt)(BZP)(ΜΣΚ)


Βρυώνης- Από το μτγν/μεσν. βρυώνης, είδος αμπέλου.Επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή. Διευκρινιστικά ο γνωστός τουρκαλβανός Ομέρ Βρυώνης όφειλε το «επώνυμο» του στον τόπο καταγωγής του, χωριό Βρυώνη στη νότια Αλβανία. Και στα ν.ε. βρυωνιές είδος φυτού. (ΛΔΗΜ)


Βωβός- Από το μσν. βωβός, ο άλαλος, ως επώνυμο καταγράφεται τον 11ο αι. από τον Κεδρηνό(Georgius Cedrenus,Bonnae,1838-1839,II,451,18).{GLOBG}


Βώκος- Από το δημωδ. βώκος, ο μη αντιλαμβανόμενος, ο ανόητος, ο μπουνταλάς,<αρχ.βώκος, βούκος, ο γελαδάρης. Το επώνυμο Βώκος ήταν το επώνυμο της οικογένειας των Μιαούληδων, η οποία καταγόταν από τα Φυλλά Ευβοίας. (ΛΔΗΜ)


Γ


Γαβαλάς- Επώνυμο που εμφανίζεται ήδη από τον 11οαιώνα στην Ελλάδα, σχετίζεται:1) μεσν. γαβαλάν, «κεφαλάν»(Ησυχ.), και ιδιωμ.γάβα και κάβα το κεφάλι ή 2) με το δημωδ. γάβαλο, ο κόπρος του αλόγου. (ΛΔΗΜ)


Γαζέπης- Από το τουρκ. gazap, θυμός, κατάρα.{ΣΗΤΡ}

Γαζής- Από το τουρκ. gazi, αγωνιστής, τροπαιούχος.{ΣΗΤΡ}


Γαϊτάνης- Από το ν.ε. γαϊτάνι(κορδόνι μεταξωτό)< ελνστ. γαϊετανόν <λατ.gaitanum. Και ως βαφτιστικό, σπάνιο βέβαια, ως και τις μέρες μας, πρβλ. Συρμώ/ Συρματένια/Συρμής.{ΤΟΖ}

Γαλακτερός- Από το ιδιωμ. γαλαχτερός, ο πλήρης γάλακτος. Για τα ζώα, γαλακτερά όσα ακόμα θηλάζουν.{ΓΚΕ}

Γαλάνης-γαλανός + καταλ. –ης.Βλ. καστανός-Καστάνης, στρογγυλός-Στρογγύλης.{ΤΟΖ}

Γάλαρης- Σχετικό με την ιδιωμ. λέξη γαλάρι. Το πρόβατο, το παράγων γάλα, αντιθέτως με τα στέρφα-στείρα. {ΓΣ}

Γαλατσίδας- Από το δημωδ. γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα < γαλακτίς.(ΛΔΗΜ) {Λ.Τ.}

Γαλέος-ν.ε.γαλέος, είδος ψαριού,<αρχ.γαλεός{Λ.Τ.}

Γαλής- Από το τουρκ. gali, ακριβός, υπερτιμημένος.{ΣΗΤΡ}

Γαλιάτσος- Από το ν.ε. γαλιάτσος, κωπηλάτης σε γαλέρα,ουσ. γαλιότος <βεν. galioto· πβ. γαλιότης.{ΜΣΚ}

Γαλιφάς/Γαλιφός/Γαλιφάκης/Γαλύφας- Από το δημώδ. γαλίφης, γαλίφος, ο πλάνος, ο κόλακας, αυτός που προσπαθεί να πετύχει κάτι με γαλιφιές, με καλόπιασμα. <μεσν. γαλίφος<ιταλ. gaglioffo. (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)


Γαργαλέλης/Γαργάλης- ν.ε. γαργάλι “η σκανδάλη του πυροβόλου όπλου/ είδος φυτού”. Και σχετικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία Γαργαλιάνοι. Πιθανότατα να σχετίζεται όμως με το ρήμα γαργαλώ.{ΤΟΖ}


Γαρμπής- Γαρμπής , ο νοτειοδυτικός άνεμος, συνήθως χειμερινός και βροχερός. Μτφ. ο βάναυσος. μσν.γαρμπής<βεν.garbin< αραβ.garbī.. Και σαν βαφτιστικό, σπάνια.{ΓΚΕ}


Γαρμπίλας- Ίσως σχετικό με το ν.ε. γαρμπίλι ,ψιλό χαλίκι που χρησιμοποείται στην οικοδομική και στην οδοποιία· σύντριμμα.Πιθανότερο θεωρώ το ενδεχόμενο να προέρχεται από το σπάνιο βαφτιστικό Γαρμπής με την υποκοριστική κατάληξη –ίλας, κατά το Γεωργίλας. {ΜΣΚ}



Γαρώνης- Από το δημώδ. ρήμα γαρώνω, αλλιώς το αλατίζω, παστώνω. Από το ους. γάρος-η άρμη, από το αρχ. ουσ. γάρος, η λέξη και σήμερα ιδιωματικά. Το επώνυμο σχηματίστηκε όπως πολλά άλλα, π.χ. Βουλώνης(βουλώνει), Κουτσοπίνης(κουτσοπίνει), Κρυώνης(κρυώνει), Περιμένης(περιμένει), κ.α.. {ΜΣΚ}(ΛΔΗΜ)


Γάτσης-Γάτσης <Γάκης <Γεωργάκης, με τσιτακισμό. Ίσως σχετικό και με το διαλεκτικό γάτσος/γάτσης ο γάτος.{ΤΟΖ}


Γερακάρης- Αυτός που τρέφει και γυμνάζει κυνηγετικά γεράκια. Ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή εμφανίζεται ως επώνυμο (1264-Κεφαλονιά).{ΜΣΚ}(BZP)


Γεράνης/Γερανίδης- Από το ν.ε. γεράνι, καλλωπιστικό φυτό< ελνστ. γεράνιον.{Λ.Τ.}


Γεροντόπουλος/Γέρος/Γέρου/Γερούδης/Γερούσης κ.α.- Από το δημώδ. γέροντας, γέρος, ο ηλικιωμένος, < μσν. γέροντας < αρχ. γέρων, αιτ. –οντα. Και ως μοναχικό όνομα Γερόντιος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεροδυάκος(sic), το 1357 στην Πόλη, Γεροκαλάς,1287 Πάφος, Γέρος το 1394-Λευκωσία,κτλ. (BZP) (ΛΤ)


Γεωργιάδης/Γεωργίου/Γεωργόπουλος/Γεωργούσης/Γεωργούλιας κ.α.- Από το βαφτ. Γεώργιος, ένα από τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά στην Ελλάδα, όνομα αγίων, πατριαρχών, < αρχ. γεωργός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεωργίλας(1360-Σέρρες), Γεωργίτζης (1271-Χαλκ/κη), Γεωργιτζόπουλος(1375-Μυστράς) κτλ (BZP) (ΛΜ)


Γιαβάσης- Από το τουρκ. yavas, μαλακός.{ΣΗΤΡ}


Γιαγκάσης- Από το ν.ε. γιαγκάσης,γιαγκάης(Ποντ.). Από το τουρκ.yankaz=απατεώνας, άτακτος.{ΑΝΤΖ}


Γιαγκούλας- από το βαφτιστικό Γιάγκος+μεγεθ.καταλ. –ούλας. (Γιάγκος-Γιάννης-Ιωάννης).{ΤΟΖ}


Γιακουμάτος/Γιακουμής/Γιακουμάκης/Γιακούμογλου κ.α.- Από το βαφτ. Γιακουμής, μορφή του Ιάκωβος. Ίσως επηρεασμένο από την βενετσ. εκδοχή του ίδιου ονόματος, Giacomo<υστερολατ. Jacomus/Jacobus<Ιάκωβος. Το Ιάκωβος αποτελεί εξελληνισμένη μορφή του αρχικού εβραϊκού Ιακώβ>Ya’akov, που συνδέεται με το εβρ. aqeb- φτέρνα- , επειδή σύμφωνα με τη βίβλο ο Ιακώβ γεννήθηκε δεύτερος κρατώντας τη φτέρνα του αδελφού του Ησαύ. (ΛΜ)

Γιαλαμάς- Από το τουρκ. yalama, ξεφλούδισμα, εξάνθημα στα χείλη.{ΣΗΤΡ}

Γιαλούρος- Από το ιδιωμ. γιαλούρι, πετεινός ακατάλληλος για καπόνι/καπόνι-Πετεινός ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon{ΣΗΤΡ}

Γιαλούσης/Γιαλουσάκης- Από το δημωδ. ο κάτοικος σε παράλιες περιοχές, κοντά σε γιαλούς, ή αυτός που ζει παραλιακά και ζει από την αλιεία και κατά συνέπεια ο άκληρος, ο φτωχός. (ΛΔΗΜ)
Γιαμαλάκης- Από το τουρκ. yamalak, μπαλωμένος.{ΣΗΤΡ}

Γιαννακάς/Γιαννάκης/Γιαννέλης/Γιαννόπουλος κτλ- Από το βαφτ. Γιάννης<Ιωάννης, δημοφιλέστατο όνομα στην Ελλάδα. Όνομα του Προδρόμου, αγιών, αυτοκρατόρων κτλ. Από το εβρ. Yokhanan-o Θεός έχει δείξει εύνοια-.Ως επώνυμο εμφανίζεται τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα με μορφές όπως, Καλογιάννης (12ος), Κουστουγιάννης(1378-Χαλ/κη), Κουτζογιάννης( 1415-Λήμνος), Μουσογιάννης (1331-Κρήτη), Παπαγιάννης(1445-Χαλκ/κη), Παπαγιαννόπουλος (13ος-Τραπεζούντα), Σγουρογιάννης (1331-Κρήτη), Γιαννίτζης(1323-Κρήτη), Τζουρουγιάννης(1319-Μακεδονία), Γιαννούτζος(1391-Κέρκυρα), Βλαχοϊάννης(1279-Ιερισσός), Γιαννίκης(1374-Κύπρος), Γιαννόπουλος(14ος), Γιανούλας(1316-Σέρρες), Δαιμονογιάννης(1248-Μονεμβασιά), κτλ. (BZP)(ΛΜ)


Γιόλδασης- Από το τουρκ. yoldas, συνοδοιπόρος.{ΣΗΤΡ}


Γιουρλάς- Από τη λέξη γιουρλάς , εθελοντής ή τοπικός γενίτσαρος (της κυρίως Ελλάδας), όχι του σουλτάνου, <τουρκ. yerli.{ΜΣΚ}


Γιουρούκης- Από το τουρκ.yürük, ο γρήγορος στα πόδια, ο νομάς, ο άσκοπα περιφερόμενος.(ΕΠΜΑ)


Γιούτσος-Από το τουρκ. yüçe=ο ψηλός, ο μεγάλος{ΣΗΤΡ}


Γκαγκάνης- Από το διαλεκτ. ν.ε. γκαγκάνι(Αμοργ.,Πελ.,Θεσσ.,Μακεδ.,Μύκ.). Ο καρπός του γαιδουράγκαθου. Σκωπτικά οι κάτοικοι του Λιτόχωρου από τους κατοίκους των γειτονικών χωριών. Η λέξη απαντά στο ιδίωμα Πυλαίας Θεσσ/κης ως ‘γκάνι «αγκάθι». Προέρχεται από το ακάνιον, ακάνθιον του Ησύχιου, με επανάληψη στην πρώτη συλλαβή του συμφώνου της δεύτερης,πρβ.ίλερη>λίλερη, αβατσινιά>βαβατσινιά κ.α.{ΑΝΤΖ}


Γκάγκαρος- Από το δημωδ. γκάγκαρος, χαρακτηρισμός που δινόταν στους γηγενείς Aθηναίους, γκάγκαρο -ς < ιταλ. ganghero `στρόφιγγα΄ (σκωπτικά, επειδή υποτίθεται ότι μαντάλωναν την πόρτα τους). {Λ.Τ.} (ΛΔΗΜ)


Γκαλίτσιος- Από το διαλεκ.(Ζαγόρι), είδος πουλιού, γκαλίτσια(τα), εν.γκαλίτσι, είδος γκαΐλας, κουρούνας, αλλά σε μικρότερο μέγεθος. Η λέξη διαλ.(Κοζ.,Καστ.){ΤΟΖ}



Γκανάτσιος- Απο την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτιστικού Αθανάσιος, Γκανάτσιος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα(Σιάτιστα, Βελβ.) (ΒΕΛΒ)
Γκέρμπεσης- Από το αρβαν. gërbë, καμπούρα,<σλαβ.gбrba .Και όνομα οικισμών στην Πελοπόννησο, Γκέρμπεσης ήταν το επώνυμο αρβανίτη stratioto, μισθοφόρος των Βενετών, και όπως σνηθιζόταν ανταμοίβονταν με εκτάσεις-πρόνειες.{ALBD}


Γκιάτης/Γκλιάτης- Από το αρβαν.gjatë ”ο μακρύς, μακρουλός”.{ΤΟΖ}


Γκιζίκης- Από το τουρκ. gezig, κακό σπυρί, φαγούρα.{ΣΗΤΡ}


Γκίνης- Από την αρβαν. εκδοχή του βαφτ. Ιωάννης-Γιάννης.{ΤΟΖ}


Γκιόκας- Από την αρβαν. βαφτ. Γκιόκας<Γεώργιος.{ΤΟΖ}
Ή Γκιόκας- Από το τουρκ. gök, ο γαλάζιος, γαλαζωπός(ΕΠΜΑ)

Γκιουλέκας- Από το δημώδ. γκιουλέκας, πληθ. γκιουλέκηδες, ο νταής, ο ψευτοπαλικαράς: «Kάνει τον γκιουλέκα». Από το όνομα Αλβανού άτυχου επαναστάτη του 19ου αιώνα, Gjoleka. Το αλβανικό επίθετο Gjoleka προέρχεται από τα βαφτ. Gjon-Ιωάννης και Leka-Αλέξανδρος {Λ.Τ.}

Γκλαβάνης- Από το σλαβ. glavan(glava=κεφάλι), ο σπουδαίος, κύριος.{ΣΗΤΡ}

Γκόγκας- Το επίθετο που δίνουν οι Αλβανοί στους Βλάχους, “gogë”.{ΤΟΖ}

Γκολέμης-Από το σλαβ. golem, μεγάλος. Συχνό αρβανίτικο επώνυμο.{ΣΗΤΡ}


Γκολφινος (Γκολφινόπουλος κ.α.)- Συχνό επώνυμο κυρίως στην Αχαΐα, από το βαφτ. Γκολφίνος<εγκόλπιον το· γκόλφι· γκόλφιν·εγκόλφιον, α) Εγκόλπιο, φυλαχτό, ) (εκκλ.) το επιστήθιο του αρχιερέα που εικονίζει το Χριστό σαν επίσημο διακριτικό της αρχιερατικής εξουσίας, γενικ.) πράγμα πολύτιμο, κόσμημα.{Λ.Τ.}


Γκουλιάρας-Από το διαλεκτ. γκουλιάρας-είδος κούνιας, η τραμπάλα, από το ιταλ.gugla<λατ.agulia.{ΤΟΖ}


Γκούμας- Αρβανίτικη εκδοχή του Γιακουμής<Ιάκωβος.{ΤΟΖ}

Γκούντης/Γκουντίνας- Επώνυμα από τις καταγεγραμμένες μορφές του βαφτ. Κωνσταντίνος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Γκούντης-Γκουντίνας. Η διαδρομή που έκαναν μέσα από τη φωνολογία των βορειοελλαδικών ιδιωμάτων(Βελβεντό, Κοζάνη, Σιάτιστα κ.α.) είναι κάπως έτσι Κωσταντής>Κουσταντής>Κουντής(που έχει δώσει επώνυμο)> Γκούντης. (ΒΕΛΒ)

Γκρίτζαλης- Από το διαλεκτ.(Ηπειρ.) γκρίζαλος=τραχύς, κακότροπος, φιλόνικος. Ίσως σχετικό με το σλαβ. gryzo=δαγκώνω, ροκανίζω.{ΤΟΖ}

Γοντζές- Από το τουρκ. gonce, ,μπουμπούκι.{ΣΗΤΡ}


Γόντικας- Από τη γοντικοβελόνα των ραφτάδων-τερζήδων, ίσως γόντικας ο κατασκευαστής τέτοιων βελονών.{ΣΗΤΡ}


Γούλιαρης- Από το δημωδ. γούλιαρης, ο λαίμαργος, από το ουσ. γούλα<λατ.gula, το στομάχι των πουλερικών. (ΤΣΑΚΛ)


Γούργουλας- Από το ουσ.γούργουρας, ο. λαιμός (εσωτερικά), λάρυγγας, φάρυγγας και είδος αγγείου. Σχετικό και το ρήμα γουργουρίζω. <λ. ηχοπ.{ΓΛ}

Γούρμος- Από το ιδιωμ. γούρμος, ο ώριμος,< αρχ. ὥριμος.


Γούσιας/Γούσας/Γούτος- Από το τα αντίστοιχα βαφτιστικά, μορφές του ονόμ.Γεώργιος,πρβ. Γεωργούσιας-Γεωργούσας-Γεωργούτος. Η κατάληξη –ούσης, και οι παραλλαγές της απαντάται ως υποκοριστική σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, ιδίως στα τσακώνικα(βλ. Το Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου ,Θανάση Π. Κωστάκη), και σε επώνυμα κυρίως στη Χίο, και ως πατριδωνυμικό. (ΕΕΛΟΝ)

Γραμματικός/Γραμματίκας/Γραμματικόπουλος κ.α.- Από το δημώδ. γραμματικός, ο γραμματέας, από το αρχ. ουσ. γραμματικός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς μεταξύ άλλων αναφέρονται οι Γεώργιος Γραμματικός-Βέρροια-1338, Γραμματικόπουλος-Κρήτη-1452, Μιχαήλ Γραμματικός-Ραδόλιβος(Σέρρες)-1316, κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP) {ΜΣΚ}
Γρίβας- Από το μεσν. γρίβας, άλογο που έχει χρώμα σταχτί, ψαρής, «εις ίππον γρίβαν επιβάς, Διγεν. Ζ3358)< παλαιοτ. γερμ. Ghræwaz μέσω των λατινικών.{ΜΣΚ}

Γρίζας- Από το ν.ε. γρίζα, φόρεμα χρώματος γκρίζου<γαλλ. gris ή ιταλ. griso.{ΜΣΚ}

Γρυπάρης/Γριπάρης- Από το δημωδ.γρυπάρης/γριπάρης, αυτός που ψαρεύει με γρίπο, συσκευή ανάλογη προς την τράτα ή ο κατασκευαστής γριπών, <ελνστ. γρῖπος `δίχτυ ψαρά΄.(ΛΔΗΜ){ΜΣΚ}

Γρούτης- Διαλεκτ.(Χίος), ο πολύ σιωπηλός, αλλά κακής φύσης άνθρωπος.{ΧΓΠ}

Γωβιός/Γοβιός- Από το δημωδ. γωβιός, είδος μικρού ψαριού,<αρχ. κωβιός. Επώνυμο Ευβοιώτη πρωταγωνιστή του ’21, (ΛΔΗΜ)

Δ

Δάβαρης(Δαβαράκης,Ντάβαρης)- Από το τουρκ. davar, η κατσίκα, το κοπάδι.(ΕΠΜΑ)


Δαλάκης- Από το τουρκ. dalak, αιχμάλωτος, δούλος.{ΣΗΤΡ}

Δάλας- Ίσως από το αρβανίτικο dhalle=ξυνόγαλο, βλαχ.dala.{ΤΟΖ}

Δαμαλάς- Από το δημωδ. δαμάλι. Αλλιώς το μοσχάρι .<δαμάλιον.{ΜΣΚ}

Δαμανάκης/Δαμιανάκης- Από το βαφτ. Δαμιανός, και την (αρχικά υποκοριστική) κατάληξη –άκης. Το βαφτ. Αβέβαιου ετύμου, πιθανώς, σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, σχετίζεται με το αρχ. Δάμων.

Δεμέστικος/Δεμέστιχας- δομέστικος, αρχηγός, διοικητής, <λατ. domesticus{ΜΚΣ}

Δερβίσης- Από το τουρκ. dervis, μοναχός, φτωχός.{ΣΗΤΡ}

Δημηνάς- Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Δημήτριος, Δημηνάς. Η συγκεκριμένη μορφή του Δημήτρης απαντάται στα βορειοελλαδικά ιδιώματα(π.χ. Καταφύγι). (ΒΕΛΒ)
Διγόνης/Διγγόνης-Από το ιδιωμ. διγόνι, διγγόνι,1) ο δισέγγονος,2)το όψιμο αρνί,κατσίκι ή δημητριακό και 3) το ζώο που βυζαίνει δύο μητέρες. (ΤΣΑΚΛ)

Διδάχος- Από το δημωδ. διδάχος, ο διδάσκαλος, και οικισμός στην Αχαΐα, Διδαχέϊκα. (ΛΔΗΜ)

Δικαίος-Από το μεσν. Δικαίος, τοποτηρητής, αναπληρωτής (πολιτικού ή θρησκευτικού άρχοντα).Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγια εποχή.{ΜΣΚ}(BZP)

Διμισκής(Ντιμισκής)- Επώνυμο της μάνας του Καραϊσκάκη, της γνωστής καλόγριας. Η λέξη προέρχεται από το ν.ε. διμισκί<δαμασκί, προκ. για μαχαίρι ,δαμασκηνό<βεν. damaschin,πβ.τουρκ. dimişkî{ΜΣΚ}

Δίπλας- Από το δημωδ. δίπλας/διπλάρι, ο δίδυμος. Επώνυμο γνωστού Σαρακατσάνου αγωνιστή του ’21. (ΛΔΗΜ)

Δισάκιας- Από το δημωδ. δισάκι, διπλός σάκος, ταγάρι, < ελνστ. δισάκκιον.

Δογάνης/ Ντογάνης- Από το τουρκ. dogan, γεράκι.{ΣΗΤΡ}

Δοκανάρης - Από το μεσν./δημώδ. δόκανο, ο δοκός, αλλιώς το δοκάνι, <αρχ. δοκός. Σχηματίστηκε με τη συνήθη επαγγελματική κατάληξη –άρης, βλ.βαρκάρης, γελαδάρης, λυράρης, περιβολάρης κ.τ.λ. . Προφανώς η λέξη δοκανάρης θα είχε τη σημασία του κατασκευαστή ή εμπόρου δοκάνων. (ΛΔΗΜ)
Δοξαράς- ο. κατασκευαστής τόξων, <ουσ. δοξάρι + κατάλ. –άς. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.{ΜΣΚ}(BZP)

Δουδούμης- Από το αρβαν. ντουντούμ, το αρσ. κρεμμύδι, που το κάνουν σπόρους.{ΣΗΤΡ}

Δούκας- δουξ ο· δούκας, βυζ.στρατιωτικός ή πολιτικός διοικητής, άρχοντας, <λατ. Dux, Και όχι σπάνιο βαφτιστικό ήδη απο τη βυζαντινή εποχή λόγω της μεγάλης αυτοκρατορικής οικογένειας των Δουκών, όπως έδωσαν και οι άλλες σημαντικές μεσαιωνικές ελληνικές οικογένειες, βλ. Λάσκαρης/Λασκαρίνα, Δούκας/Δούκισα, Ράλλης/Ραλλού, Κομνηνός κ.α.{ΜΣΚ}

Δουλγέρης/Δουληγέρης- Από το τουρκ. dülger,ο μαραγκός.{ΣΗΤΡ}

Δουσμάνης/Ντουσμάνης- Από το τουρκ. dusman, εχθρός. Η οικογένεια αναφέρεται ήδη απο τον 15ο αιώνα και κλάδη της υπήρχαν/υπάρχουν σε Αθήνα και Κέρκυρα.{ΣΗΤΡ}

Δραγουμάνος- ο· τζουρτζουμάνος· τζουτζουμάνος. Διερμηνέας, <αραβ. tarğumān < ιταλ. dragomanno - βεν. dragoman.{ΜΣΚ}

Δραγώνας- Ίσως από το μεσν. και δημωδ. δραγόνος, στρατιώτης, πολεμιστής σε σώμα ελαφρού ιππικού,<αντιδ. γαλλ. dragon<λατ.draco<αρχ. δράκων. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Δραγωνάς στη Χαλκιδική. (BZP) (ΛΜ)

Δρένιος/Ντρένιος- Από το δημωδ. δρένιος-ντρένιος, το ξύλο της οξύας και αυτό που έχει το χρώμα του. Μτφ. ο άμυαλος, ασυνείδητος, και αναίσθητος, < αρχ. επίθ. δρύινος.

Δρίτσας- Από το δημωδ.δρίτσα(συνηθ.πληθ.δρίτσες), ναυτικός όρος, τα σχοινιά από τα οποία κρέμονταν οι αρτέμονες.<ιταλ.drizza.Πρβλ. σχετικά με τη ναυσιπλοία επώνυμα Μάϊνας, Μπαρμπαρέσος, Λαγουδέρης, Φλόκος κτλ συνήθως ιταλικής προέλευσης αφού τα ιταλικά(βενετικά) ήταν ηlinguafranca και περίπου επίσημη γλώσσα των ναυτικών την περίοδο της δικής μας τουρκοκρατίας. (ΛΔΗΜ)

Δρόλαπας- Από το δημωδ. δρόλαπας/δρολάπι, ο σφοδρός άνεμος συνοδευόμενος από έντονη βροχή, λαίλαψ.<υδρολαιλάπιον<αρχ.ὑδρο- + λαῖλαψ.Πρβλ. σχετικά επών.(άνεμ.) Πουνέντης, Μαΐστρος, Μελτέμης κτλ (ΛΔΗΜ) (Λ.Τ)

Δρούγγας- Από το ηπειρωτικόδρούγκα «το αδράχτι χωρίς σφοντίλι»,σχετικό με το βλαχ. druga «ρόκα για γνέσιμο», αλβ. drugë «αδράχτι», σλαβ. drongu «το κοντάρι».{ΤΟΖ}

Δυοβουνιώτης- Επώνυμο γνωστού αγωνιστή του ’21. Το επώνυμο δηλώνει καταγωγή από το χωριό Δύο Βουνά, ν. Φδιώτιδος, δ. Γοργοποτάμου.{ΤΠΝΜ}

Ε
Εμφιετζόγλου- Από το τουρκ.emfiye=το ταμπάκο, καπνός. Εμφιετζής ο παραγωγός καπνού.{ΣΗΤΡ}


Ευταξίας- Από το μεσν. ευταξίας, εκκλησιαστικό αξίωμα, ο υπεύθυνος για την τήρηση της ευταξίας την ώρα της λειτουργίας. (ΛΔΗΜ)

Ζ
Ζάβαλης- Από το τουρκ. zavalli, δυστυχισμένος, κακόμοιρος.{ΣΗΤΡ}

Ζαβιτσάνος-Επώνυμο που δηλώνει τον κάτοικο που προέρχεται από το χωριό Ζάβιτσα(σημ. Αρχοντοχώρι) της Αιτωλοακαρνανίας.Το τοπωνύμιο πιθανώς είναι σλαβικό και σχετίζεται με το σλαβ.zaba=βατράχι.{ΤΠΝΜ}

Ζαββός- Προέρχεται από τη ν.ε. λέξη ζαβός, που δηλώνει τον τρελό,άμυαλος. Αβέβαιης ετυμολογίας . (Λ.Μ)

Ζαβράκος- Από το αραβ.τουρκ. zavrak, βαρκάκι, είδος λαγηνιού.{ΣΗΤΡ}

Ζάβρας- Ίσως από το βλαχ. javra, το ζαγάρι, το κοπρόσκυλο.{ΤΟΖ}

Ζαγάρης- Από το μεσν. ζαγάριν, <αραβ.τουρκ. zagar, λαγωνικό.{ΣΗΤΡ}

Ζαγκανιάρης-σχετικό με το επίθετο δαγκανιάρης, που συνηθίζει να επιτίθεται και να δαγκώνει.{ΦΔΚ}

Ζαΐμης- κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής γαιών που είχε την υποχρέωση, σε περίοδο πολέμου, να δίνει στο σουλτάνο ορισμένο αριθμό ιππέων, τουρκ. Zaîm{ΜΚΣ}


Ζάκουρας- Από το ιδιωμ. ζάκουρας,1)το μέρος της δούγας που εξέχει από τον πάτο του ξύλινου βαρελιού, και μτφ.2) ο μικρόσωμος, βραχύσωμος άνθρωπος. <μεσν.(Λεξ.Σουιδα)ζάκορον, και ο υπηρέτης<διάκορος. (ΤΣΑΚΛ)

Ζαμάνης- Από το τουρκ. zaman, χρόνος, καιρός, ν.ε. ζαμάνι.{ΣΗΤΡ}

Ζαμπάκης- Από το ν.ε. ζαμπάκι, , ο κρίνος, τουρκ. zambak {ΣΗΤΡ}


Ζαμπέτας- Μητρων. επώνυμο σχετικό με το βαφτ. Ζαμπέτα, γυναικείο όνομα που διαδόθηκε στην Ελλάδα μετά την Βενετοκρατία/ Φραγκοκρατία, <ιταλ.Elisabetta<ελλην.Ελισάβετ<εβρ.Elisheva, που σημαίνει «όρκος Θεού». {ΚΥΘΝ}

Ζαμπίτης- Αστυνομικό όργανο κατά την τουρκοκρατία,< τουρκ. zâbit.{ΜΣΚ}

Ζαμπούνης- Ο ασθματικός, αδύνατος.<τουρκ.zabun{ΓΛ}


Ζαργάνης-είδος ψαριού, μσν.ζαργάνα, ζαργάνη < ελνστ.ζαργάν(η){Λ.Τ.}


Ζαρίφης- Από το αραβ.τουρκ. zarif, χαριτωμένος, κομψός, λεπτός.{ΣΗΤΡ}


Ζάρκος- Από το ιδιωμ. ζάρκος/ζόρκος, ο γυμνός, άγν. ετυμ.Και ζαρκώνομαι, αλλιώς το ντύνωμαι. Ίσως σχετικό με το σάρκα. (ΜΣΚ)(ΛΔΗΜ)

Ζαρπαλής- Από το τουρκ. zarpali, ορμητικός, σφοδρός.{ΣΗΤΡ}


Ζάρπας- Από το τουρκ. zarp, ορμή.(;){ΣΗΤΡ}


Ζαχείλας(Τζαχείλας)- Από το διαλεκτ.(βορ.Ελλ.) ζαχείλας,τζαχείλας ή τραχείλας, ο άνθρωπος με πρησμένα χείλη. (ΚΖΛ)


Ζέβλας- Από το ιδιωμ.(Στερεά Ελλάδα) ζέβλα, ξύλινο εξάρτημα σε σχήμα U απ’όπου δένονταν ο ζυγός για να γίνει το όργωμα. Σχετικό με το κοινό ζευγάς. {ΓΛΑΙΤ}

Ζεγγίνης- Από το τουρκ. zengin, πλούσιος.{ΣΗΤΡ}


Ζιώγας- Από την παραλλαγή του ονόματος Γεώργιος στη βόρεια Ελλάδα, χρησιμοποιούμενο και από βλαχόφωνους. Παρόμοιες παραλλαγές, Τζιώγας,Τζόγγας,Ζόγκας. {ΜΓΤΧ}


Ζόγκας- Από το αρβανίτικο zog, πτηνό, το πουλί. (ΧΡΑΡΒ)


Ζολότας- Από το οθωμανικό νόμισμα zolota(αργυρό νόμισμα αξίας 30 παράδων) και με τη σειρά του από το αρχ.σλαβ. zlato «χρυσός».{ΤΟΖ}


Ζορμπάς- Από το αραβ.τουρκ. zorba, ο ταραξίας, αντάρτης.{ΣΗΤΡ}


Ζουγλός/Ζουγλής/Ζουγλάς/Ζουγλάκης- Από το μεσν. ζουγλός, ο ανάπηρος, και ζουγλοχέρης ο κουλοχέρης.(ΜΣΚ)


Ζουλούμης- Από το αραβ.τουρκ. zulum, αδικία, πίεση.{ΣΗΤΡ}


Ζυγούρης-ζυγούρι, αρνί ηλικίας δύο χρόνων. μσν. ζυγούριν < ζυγ(ός) (επίθ.) –ούριν,(Τριαντ.){ΤΟΖ}


Ζυμπρακάκης- Από ιδιωμ. ζύμπραγος <αρχ. σύμπραγής, ο δίδυμος.{ΣΗΤΡ}


Ζώτος- Από το αρβαν. ζοτ-ι, κύριος, θεός, άξιος. Εχει και τη σημασία του ιερέα.{ΣΗΤΡ}


Ζώχιος- Από το ιδιωμ. ζόχιοι,οι. Είδος χόρτου. Ο αρχ. σόγχος.{ΣΗΤΡ}


Θ


Θέμελης- Από το βαφτ. Θέμελης, και αυτό με τη σειρά του από το ουσ. θεμέλιο.{ΤΟΖ}

Θεριακός-Από το δημωδ. θεριακός, ο γερός, ο κοτσονάτος, μτφ. το θεριό. (ΛΔΗΜ)
μοςT � � � ،- @|- δυνος,< μσν. απόκοτος. (ΤΣΑΚΛ)(ΛΤ)

Θερμός/Θερμογιάννης/Θερμολιάς/Θερμίδης- Από το δημωδ. θέρμη, η ζεστασιά, θερμός ο ζεστός. Μτφ. Ο ένθερμος, ο εγκάρδιος αλλά και ο ζωηρός και ευκίνητος,<αρχ. επίθ. θερμός.


Θρασκιάς- Από το διαλεκτικό θρασκιάς, ο άνεμος που φυσάει από τη Θράκη.Μτφ. ο Θρακιώτης.
(ΗΜΕ)

Θράψας- Διαλεκτ.(Χίος), θράψα, γεωργική σανίδα, κυρτή στο μπροστά μέρος, Για τη «θράυση» βώλων.Ίσως Θράψας ο κατασκευαστής τέτοιων σανιδών. {ΧΓΠ}


Ι


Ιντζές- Από το τουρκ. ince, λεπτός, φίνος, πονηρός.{ΣΗΤΡ}


Κ


Καβαδ(ί)άς-Απο το μεσ.ελλ. καβάδιν, μακρύ ένδυμα,ανδρικό και γυναικείο,(<τοπων. Κάβαδα της Καρμανίας).{ΜΣΚ}


Καβάκας -ονομασία όρνιθας ωραίας και παχιάς, <ουσ. *κακκάβα <μτγν. κακκάβη{ΜΣΚ}


Καβάφης- Από το τουρκ. kavaf, τσαγκάρης.{ΣΗΤΡ}


Καβούκης- Από το ν.ε. καβούκι<τουρκ. kabuki “η φλούδα, το όστρακο”.{ΤΟΖ}


Καγιάς- Από το τουρκ. kaya, βράχος.{ΣΗΤΡ}


Καγκελίδης-Από το ν.ε. ουσ. καγκέλι,το κικλίδωμα,κάγκελο<ελνστ. κάγκελ(λ)ον < λατ. cancell(um).{ΠΕ}


Καζάζης - Mεταξουργός, μεταξοπώλης, <τουρκ. kazaz{ΜΣΚ}


Καζάζης- Από το αραβ.τουρκ. kazaz, μεταξάς.{ΣΗΤΡ}


Καζίκης- Από το τουρκ. kazik, παλούκι.{ΣΗΤΡ}


Καϊμακάμης-ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος επαρχίας του Οθωμανικού Κράτους, τοποτηρητής<τουρκ. kaymakam{ΜΣΚ}


Καΐρης- Από το τουρκ. kair, βάθος, σύρτη, στην Κρήτη ο φυλάργυρος.{ΣΗΤΡ}


Καϊσερλής- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδιοκίας,Kayser στα τουρκικά. Συν την τουρκογενή κατάλ. –λής που δηλώνει προέλευση.{ΤΠΝΜ}


Κακαβάς/Κακκαβάς- Από το δημωδ. κακκάβι, είδος χάλκινου αγγείου, αλλιώς λεβέτι.< αρχ. ουσ. κακκάβιον. Κακκαβάς, ο κατασκευαστής των συγκεκριμένων αγγείων. (ΛΔΗΜ) {ΜΣΚ}


Κάκαβρος- Διαλεκτ.(Χίος), κάκκαβρος,ο κόκορας. Ίσως από το κάκκαβος, ο «αρσενικός πέρδιξ».{ΧΓΠ}


Κάκαλος- Από το δημωδ. κάκαλο, κάκ(κ)αδο, και κάκανο, η ξερή «κρούστα» που καλύπτει τις πληγές. (ΛΔΗΜ)


Κακάνης/Κακανάς- Από το κοινό ν.ε. κάκανο, «το ηχερό γέλιο», ηχομ. «κα-κα-κα», πρβ.χάχας{ΤΟΖ}


Κακανιάρης- Από το δημωδ. κακανιάρης, ο χαχανιάρης, χάχας, αυτός που γελά χωρίς λόγο.(ΛΔΗΜ)

Κακάρας - κεφάλι (μεγεθ., ειρων.), <ουσ. κάκαρον,ιδιωμ.{ΜΣΚ}


Καλαμίδης- ίσως από τη λέξη καλαμίδι, αλιευτικό καλάμι,<ουσ. καλάμιν + κατάλ.‑ίδιν{ΜΣΚ}


Καλαμούκης- Από τη λέξη καλάμι,καλαμάς-ο έμπορος καλαμιών, και την υποκορ. κατάληξη –ούκι>ούκης(πρβλ. πάλος-παλούκι,Γιάννης-Γιαννούκης κτλ).


Καλαμπαλίκης–Από το ν.ε. ουσ.καλαμπαλίκι< τουρκ. kalabalιk , φασαρία, οχλαγωγία,πλήθος.{ΜΣΚ}


Καλαπόδης -ξύλινο ομοίωμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού, σε φυσικό μέγεθος, επάνω στο οποίο οι υποδηματοποιοί συναρμολογούν τα δέρματα και κατασκευάζουν τα παπούτσια, μσν. καλαπόδιν < ελνστ. καλαπόδιον υποκορ. του αρχ. Καλάπους. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή(1288, Νάξος). {ΜΣΚ}(BZP)


Καλαφάτης -τεχνίτης ειδικός στο καλαφάτισμα* πλοίου,από το μεσν. καλαφάτης, πιθ. <υστλατ. *calefa(c)tor καλαφατίζω. (Ναυτ.) βουλώνω με στουπί και πίσσα τις χαραμάδες πλοίου, επισκευάζω πλοίο. Ως επώνυμο ήδη απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλαφάτης το 1336 στην Απάμεια. Γνωστός με αυτό το επώνυμο και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ 'Ε ο Καλαφάτης.{ΜΣΚ}(BZP)

Καλεντέρης- Από το τουρκ.περσ. kalender, απλοϊκός, αδιάφορος για τα κοσμικά.{ΣΗΤΡ}


Κάλεσης- Από το ιδιωμ.(Ηπειρ.) κάλεσης, «όνομα σκύλου ασπρόμαυρου», ή « μαλλιαρός». Η λέξη σαν χαρακτηρισμός προβάτων, πρέπει να το θεωρήσουμε αρβανίτικο, από το αρβ. kalesh, πρβ. βουλγ.kalesu, αρομ.calesu ”το πρόβατο με μαύρο μπάλωμα στο κεφάλι”.{ΤΟΖ}


Καληώρας- Επώνυμο που προήλθε ίσως από τη συνήθεια του φέροντα να χρησιμοποιεί τη φράση «καλη ώρα». Βλ. Καλημέρας, Πολυζώης κ.α.{ΓΚΕ}


Καλιακούδας- Από το ν.ε. καλιακούδα, πουλί με μαύρο πτέρωμα, που φωλιάζει σε ρωγμές βράχων, ίσως *κολοιακούδα με υποχωρ. αφομ. [o-a > a-a] < κολοιακούδ(ι) -α < κόλοιακ(ας) -ούδι < αρχ. κολοι(ός) –ακας.{Λ.Τ.}


Καλιγάς ή Καλλικάς/Καλιγάρης.-πεταλωτής, <ουσ. καλίγι(ο)ν + κατάλ. ‑άς ή <ουσ. καλιγάριος. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο-14ο αιώνα, καθώς αναφέρονται : ένας Θεόδωρος Καλιγάς στη Χαλκιδική, ένας Καλιγόπουλος το 1259 στη Σμύρνη, ένας Θεόδωρος Καλιγόπουλος το 1301 στις Σέρρες, ένας Θεόδωρος Καλιγάρης το 1264 στην Τραπεζούντα, κ.α.. {ΜΣΚ}(BZP)


Καλικούνης- Από το ιδιωμ.(Κύθηρα) καλκούνι, η τάπα των βαρελιών. Θεωρώ όμως πιο πιθανή την περίπτωση να πρόκειται για υποκοριστική μορφή του ονόματος Καλός, με δύο υποκοριστικές καταλήξεις(-ίκας, -ούνης), φαινόμενο καθόλου σπάνιο, πρβ. Γιαννακουδέλης, Γιαννακόπουλος κτλ. {ΣΗΤΡ}


Καλίτσης/Καλίτζης- Από το βαφτ. Καλός, και την υποκορ. κατάληξη –ίτζης/ίτσης, διαδεδομένη στον ύστερο μεσαίωνα στα ελληνικά. Λιγότερο πιθανό , από το καλίγι(ο)ν το· καλίκι(ν)· καλίτσι(ν),είδος υποδήματος.{ΜΣΚ}


Καλκάνης- Από το τουρκ. kalkan, ασπίδα.{ΣΗΤΡ}


Καλλέργης- Από το μεσν. καλλίεργος, «ο καλώς ειργασμένος». Γνωστή βυζαντινή οικογένεια, κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στην Κρήτη όπου και επιβιώνει μέχρι σήμερα. Ως επώνυμο ήδη απο την παλαιολόγια εποχή, αν και σίγουρα παλαιότερα, καθώς αναφέρονται: ένας Καλλιέργης το 1321 στη Θεσσαλονίκη γεννημένος στη Φιλαδέλφεια, ένας Αλέξανδρος Καλλιέργης το 1322 επίσκοπος Μυλοποτάμου στην Κρήτη, κ.α. (ΛΔΗΜ)(BZP)

Καλλίνης- Πιθανότερα μητρωνυμικό από το θηλ.βαφτ. Καλλίνη(Καλός), κατά το Αγγελίνη,Μηλίνη, Γεωργίνη κτλ. Λιγότερα πιθανό, από το τουρκ. kalin, χοντρός, παχύς. {ΣΗΤΡ}


Καλλιμάνης- Απο το ιδιωμ. καλλιμάνι-καλλιμάνα, μικρό αποδημητικό πουλί. (ΛΔΗΜ)



Καλίτσιος- Από την καταγεγραμμένη υποκοριστική μορφή του βαφτιστικού Χαρίσιος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Καλίτσιος. (ΒΕΛΒ)
Καλογρίτσας- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη καλογρίτσα, μικρό μαύρο κυάμιο, λη μητρωνυμικό από το επίθ. καλογρίτσα, υποκορ. του καλόγρια, μπορεί να χρησιμοποιούταν μεταφορικά για θρησκευόμενες γυναίκες, και όχι απαραίτητα για κυριολεκτικά μοναχές.{ΓΚΕ}


Καλοκύρης- Από τη λέξη καλός, και το κύρης,ο αφέντης,< μσν. κύρης < αρχ. κύριος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλοκύρης από το Ιερόν(σημ.Anadolu Kavak) στο Βόσπορο. Πρβλ. και τα ιταλιώτικα σημερινά επώνυμα Calaciura/Caliciuri .(ΛΔΗΜ) (BZP)

Καλοτάς- Από το προσηγορικό καλόττα( κάλυμμα,σκουφί) και τη δηλωτική καταλ. –άς. (καλόττα<ιταλ.callota). Οικογένεια Καλωτά άκμαζε στα Ιωάννινα τον 16οαιών.(Λαμπρίδης,Αγαθοεργήματα 16).{ΤΟΖ}


Καλπάκης- Από το ν.ε. καλπάκι “το στρογγυλό κάλυμμα του κεφαλιού”< τουρκ. kalpak.{ΤΟΖ}


Κάλφας- Από το ν.ε. κάλφας, ο αρχιτεχνίτης, μάστορας ,<τουρκ.kalfa.{ΜΣΚ}



Καμακάς- Απο τη λέξη καμακάς, ο καμακιστής, αυτός που ψαρεύει με το καμάκι.Καμάκι<<αρχ. κάμαξ. (ΛΔΗΜ)


Καματερός- ή καματηρός, ο φίλεργος, εργατικός(κάματος) ,<αρχ. επίθ. καματηρός. Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα, και επώνυμο πατριάρχη του 12ουαιώνα ,Καματερός Βασίλειος.{ΓΛ}


Καμζόλας/Καμζέλας- Από το ιδιωμ. καμζέλι,καμιζόλα, το εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα με κοντά μανίκια και ανοιχτό μπροστά και κοντό παιδικό παντελόνι που κάλυπτε το στήθος και κούμπωνε στην πλάτη, <βεν.camisola. {ΓΛΑΙΤ}

Καμινάς- Από το μεσν. καμινάς, ο καμινάρης-καμινευτής, αυτός που δουλεύει σε καμίνια. <μσν. καμίνι(ν) < ελνστ. καμίνιον υποκορ. του αρχ. κάμινος. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Λέων Καμινάς. {TRABZ}(BZP)


Καμινάρης -αυτός που ανάβει το καμίνι (του λουτρού), <ουσ. καμινάριος<ουσ. καμίνιον + κατάλ-άριος. και διαλεκτ.(Χίος),καμινάρης, ο ασβεστοποιός, αρχ. καμινεύς. {ΜΣΚ} {ΧΓΠ}


Καμπανάρης- Απο τη λέξη καμπάνα(μεσν. λατ. campana), και την κατάληξη -άρης.Ο κατασκευαστής καμπανών.Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα στην Πελοπόννησο(Καμπανάριος Μιχαήλ) και αργότερα με μορφές όπως Καμπανάρης(Ανδρέας)-Θεσσ/κη,1421 και Καμπαναρόπουλος-Θεσσ/κη,1320. {ΜΣΚ}(BZP)

Καμπάρδης- Προφανώς πρόκειται για σύνθετο αρβανίτικο επώνυμο με δεύτερο συνθετικό το bardhë-άσπρος. Το πρώτο συνθ. -κα, δεν μπορώ να το εξηγήσω.


Καμπάς-Ο κατασκευαστής γαμπών/καπών(κάπα ή καπάς),πανωφόρι από χοντρό μάλλινο ύφασμα. <βεν.gaban.{ΜΣΚ} ή
Καμπάς- Από το τουρκ. kaba,ο χοντρός, άξεστος.(ΕΠΜΑ)


Καμπέρης- Από το αραβ.τουρκ. kamber, δούλος γεννημένος στο σπίτι του κυρίου του, πιστός δούλος.{ΣΗΤΡ}


Καναβός/Καναβής-i) Από το ιδιωμ. κανάβη, είδος αγριόπαπιας.ii) Από το ιδιωμ. κάναβος, ξύλινος σκελετός του τεχνίτη για το πρόπλασμα από κερί ή από πηλό.{ΣΗΤΡ} ή πιθανότερα αυτός που έχει το χρώμα της καννάβεως.< μσν. καννάβι(ν) < ελνστ. καννάβιον υποκορ. του αρχ. κάνναβις. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρονται: ένας Μιχαήλ Καναβός το 1264 στην Κεφαλονιά, και ένας Νικηφόρος Καναβός το 1364 στην Πόλη. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ)(BZP)


Κανακάρης-χαϊδεμένος, αγαπημένος, <ουσ. κανάκι* + κατάλ.-άρης<αρχ. ουσ. καναχή{ΜΣΚ}


Κανάκης-από τη λέξη κανάκια,χάδια.< <αρχ. ουσ. καναχή. Η λέξη χρησιμοποιούταν και ως βαφτιστικό. Ως επώνυμο το συναντάμαι το 1264 στη Κεφαλονιά, το 1338 στο χωριό Ψαλιδόφουρνα Χαλκιδικής καθώς αναφέρεται κάτοικος ονομαζόμενος Μανουήλ Κανάκης, , το 1355 κάποιος Νικόλαος Κανάκης στη Λήμνο,κ.α.. {ΜΣΚ}(BZP)


Κάνιστρας- Ο κατασκευαστής κάνιστρων, 1. πλατύ και άβαθο καλάθι· πανέρι,2. εξάρτημα ανυψωτικού μηχανήματος, όπου τοποθετούνται τα υλικά που μεταφέρονται. < αρχ. κάνιστρον.{ΣΗΤΡ}


Κανλής -φονιάς,<τουρκ. Kanlι{ΜΣΚ}


Κανούτας- Από το ηπειρωτ. διαλεκ. κανούτα,κενούτα= «όνομα φαιόχρου κατσίκας», από το βλαχ.κανούτ «φαιός, ξανθός»<λατ.canutus.{ΗΠΟΙΚ}


Καντέρης- Από το αραβ.τουρκ. kaderi, μοιραίος.{ΣΗΤΡ}


Καντηλιέρης- Απο τη λέξη καντηλ(ι)έρι, το κηροπήγιο, ή λυχνία λαδιού.καντήλι<< ελνστ. κανδήλα.(ΛΔΗΜ)

Καντρής/Κατρής- Από το τουρκ. kadri, δυνατός, ευηπόληπτος.{ΣΗΤΡ}


Καπάνταης- Από το τουρκ.kabadayi,ο παλληκαράς(ΕΠΜΑ)
Καπασάς- Από το μσν. καπάσιον,καπάσι, κάλυμμα κεφαλής αξιωματούχων και ιερωμένων, σχετ.με την κάπα. {ΜΣΚ}

Καπάτος -αυτός που είναι ντυμένος με κάπα, <ουσ. κάπα + κατάλ.‑άτος{ΜΣΚ}


Καπερώνης- Ίσως από το ν.ε.καπερούνι, σκούφος, <γαλλ.chaperon{ΜΣΚ}


Καπιτζής –καπικής, φρουρός πύλης, <τουρκ. Kapιcι{ΜΣΚ}


Καπλάνης- Από το τουρκ. kaplan, τίγρης.{ΣΗΤΡ}


Κάππαρης- από τη λέξη κάππαρη, θαμνώδες φυτό και ο καρπός του, αρχ. ουσ. κάππαρις.{Λ.Τ.}


Κάπρης- καπρί ,(λαϊκότρ.) ,ο κάπρος. [μσν. καπρίν υποκορ. του αρχ. κάπρος `αγριογούρουνο΄.{ΤΟΖ}


Καπώνης- Από το ν.ε.καπόνι ,πετεινός ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon{ΣΗΤΡ}


Καραβέλλας - είδος ιστιοφόρου μεγάλου εκτοπίσματος με τρεις ή τέσσερις ιστούς: [<ιταλ. caravella. Η λ. και σήμ. (‑έλα)]{ΜΣΚ}


Καραβίας/Καραβιάς- Ο σύντροφος του εμπόρου. Ως λέξη πρωτοκαταγράφεται τον 6οαι. μ.Χ. στο Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου.{GLOBG}


Καραβιώτης- 1) Ο προερχόμενος από τοπωνύμιο σχετικό με το καράβι, όπως Καράβι, Καραβάς,κτλ, και 2) η λέξη καραβιώτης δήλωνε και τον ναύτη, ο καραβίσιος. (ΛΔΗΜ)

Καράβολας- Από το ιδιωμ.(Σύμη,Νίσυρος,Ίος,Σαντορ.κτλ) καράβολας, ο σαλίγκαρος, <ιταλ.caragollo. (MEYER)


Καραγάτσης- Από το ν.ε. καραγάτσι=η φτελιά(είδος δέντρου)<τουρκ. karaağaç{ΣΗΤΡ}


Καραγκιόζης- Από το τουρκ. karagoz, μαυρομάτης.{ΣΗΤΡ}


Καραγκούνης- καραγκούνης ,«ο κάτοικος της πεδινής Θεσσαλίας που ασχολείται με τη γεωργία σε αντίθεση με τους Σαρακατσάνους και τους Βλάχους/ και μεταφ. ο φτωχός,ο αγροίκος. Ίσως από το τουρκ. Kara+guna «μαυρή κάπα». Οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας δεν πρέπει να συγχέονται με τους Καραγκούνηδες-Αρβανιτόβλαχους της Αιτωλοακαρνανίας.{ΤΟΖ}


Καρακάσης- Από το τουρκ. karakas, μαυροφρύδης.{ΣΗΤΡ}


Καράμανλης(Καραμάνης)κτλ)-Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία. Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li(λής)μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής(παράς-λεφτά), σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής(τουρκ. li) (ΕΠΜΑ) και (ΛΜ)


Καραμουσαλής -είδος ιστιοφόρου πλοίου, [<ουσ. καραμουσαλί + κατάλ.‑ής <τουρκ. Karamusal{ΜΣΚ}


Καραμπέρης- Προσωνυμία που έδιναν άλλοτε οι Ζαγορήσιοι της Ηπείρου στους καμπίσιους Ηπειρώτες. Ίσως από το τουρκ. kara “μαύρος” + αραβ. Ber «ηστεριά» ή από το τουρκ.karabiber«μαυροπίπερο».{ΤΟΖ}


Καραντινός – Επώνυμο που ανήκει στα εθνικά και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Τπνμ. Κάρανδα,τα στην περιοχή της Καρίας της Μικράς Ασίας. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Καραντηνός Δοσίθεος, Θεσσαλονίκη,1385.{ΤΟΖ}


Καρατζάς- Από το τουρκ. karaca,μελαχρινός.{ΣΗΤΡ}


Καρβουνάρης-Κατασκευαστής ή πωλητής κάρβουνων, μσν.κάρβουνο(ν) < κάρβων<λατ. Carbo. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.{ΜΣΚ}(BZP)



Κάργας/Καργάκος- Απο το διαλεκτ. κάργας, ο "χλευαστικώς επιδεικνυόμενος ως δήθεν σπουδαίος-ανδρείος, κομπαστής:μη μας κάνεις τον κάργα.". ή από το δημώδ. κάργα, γέμιση όπλου: «αντίς για κάργες βάνουσι τ’ αρνίθια και κρεμνούσι «(Τζάνε, Κρ. πόλ. 42511). [<βεν. carga]{ΜΣΚ}(ΛΔΗΜ)


Καρδάρας -κάδος: (Mάξιμ. Kαλλιουπ., K. Διαθ. Iω. δ´ 11 σχόλ). [<ουσ. καλδάριον (10. αι., Soph.) <μεσν. λατ. Caldarium{ΜΣΚ}


Καρδάσης- Από το τουρκ. kardas-καρτνάσης, αδερφός, φίλος.{ΣΗΤΡ}


Καρελιάς- Ο κατασκευαστήςκαρελιών(καρέλια,τα), όπως λέγονται στην Ήπειρο τακαρούλια «ο τροχίσκος της τροχαλίας ή και ολόκληρη η συσκευή, το καρούλι» .Καρέλι< καρούλι< λατ. carrulus.{ΤΟΖ}


Καρίπης(Καριπίδης) -έφιππος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού: (Tάξ. θύρ. 18, 44). [<τουρκ. garip{ΜΣΚ}


Καρκα(ν)τζάς ο. 1) Κεφάλι, «ξερό»· το μυαλό κάπ.: «Ειδέ πολλάκις δόξει την και φθάσει οΚαρκατζάς» -(Προδρ. I 35). 2) Το πτηνό φραγκόκοτα: (Πουλολ. 219). [<ουσ. καρκάτζι + κατάλ. ‑άς (πβ. Τσαβαρή, Πουλολ., σ. 147)]{ΜΣΚ}


Κάρκαλης-καρκάλλιν ,είδος φορέματος που έφθανε ως τα πόδια: το καρκάλλιν το λαμπρόν, το μεμαργαρωμένον (Καλλίμ. 1556). [<ουσ. καρακάλλιν (ιδιωμ. σήμ., Κουκουλές, Αθ. 35, 1923, 193) <καρακάλλιον (5. αι., L‑S, Lampe) <καράκαλλον (4. αι., L‑S) <λατ. Caracalla{ΜΣΚ}


Καρκαλούσης- Στη Χίο ο μεταμφιεσμένος στις απόκριες, ο κουδουνάτος.{ΣΧΓ}


Καρλάυτης-Χαρλαύτης ή Γαρλαύτης- Αυτός που έχει μεγάλα αυτιά(Πελοπ.).{ΠΠΠ}


Καρναβάς-καρναβάς, κάλυμμα του κεφαλιού των κατώτερων κληρικών.{ΜΣΚ}


Καρούνης- Από το τουρκ. karun, ο βαθύπλουτος.


Καρπέτας-καρπέτα η,μακρύ γυναικείο φόρεμα που καλύπτει το σώμα από τη μέση και κάτω, φούστα<βεν.Carpeta{ΜΣΚ}


Καρπούζης-ν.ε. καρπούζι<τουρκ. karpuz{Λ.Τ.}


Καρτακάζας-καρτακάζα ,τυροτρίφτης, [<βεν. gratacasa]{ΜΣΚ}


Καρτάλης- Από το τουρκ. kartal, αετός.{ΣΗΤΡ}


Καρτσανάς- ο κατασκευαστής καλτσών ή υποδημάτων: (Πουλολ. 331). [πιθ. <ουσ.


Κάρτσανάς/Κάρτσωνας-καρτσονάς <ουσ. καρτσόνι (πβ. καλτσόνι) + κατάλ. ‑άς, κατασκευαστής καλτσών.{ΜΣΚ}


Καρύδης- ν.ε. καρύδι,μσν.καρύδι< αρχ. καρύδιον{Λ.Τ.}


Καρυπίδης(Γκαριπίδης)- Από το τουρκ. garib=ο ξένος,και την κατάλ. –ίδης ,πβ.Ξενίδης.{ΠΕ}


Καρύκης- Από το ιδιωμ. καρύκι, το «μήλο του Αδάμ», σχετικό με το κάρυον, το καρύδι. Καρύκης, επώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16οαιώνα, γόνος ιστορικής οικογένειας της Αθήνας. (ΛΔΗΜ)


Κασάλης/Κασαλιάς- Από το τουρκ. kasali, «αυτός που έχει ταμείο, θησαυρό».{ΤΟΖ}


Κασάπης- Από το τουρκ. kasap, ο κρεοπώλης, χασάπης.{ΣΗΤΡ}


Κασίδης(Κασιδόκωστας)- κασιδιάρης-που πάσχει από κασίδα* κασίδα η. Αρρώστια των τριχών του κεφαλιού: (Ιατροσ. κώδ. υνα´). <ουσ. κασσίδιον{ΜΣΚ}


Κασιούρας- Από το βλαχ. caşu «τυρί»(<λατ.caseus) και την λατινογενή καταλ. –ura.{ΤΟΖ}


Κασνής- Από το ιδιωμ.(βορ.Ελλ.) κασνί,<τουρκ.kasni, είδος φυτού, το γάλβανο,η φερούλα.{ΤΟΖ}


Κασσαβέτης- Από το τουρκ. kasavet, λυπημένος, ανήσυχος.{ΣΗΤΡ}


Καστανάς- Απο το ν.ε. κάστανο< ελνστ.κάστανον, συν την επαγγελματική κατάληξη -άς(βλ. φαναράς, πιατάς, καρβουνάς κ.α.). {Λ.Τ.}


Καταχανάς- Απο το δημωδ. καταχανάς,1) το κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας,2) ο εφιάλτης, 3)ο αδηφάγος, άπληστος.(ΛΔΗΜ)

Κατεβάτης- Από το διαλ. κατεβάτης, <μεσν.καταβατόν,ο κατωφερής. Η λέξη χρησιμ. και στη λαική μετεωρολογία, ως προσδιορισμός δυνατών ανέμων και κακοκαιρίας.{ΤΟΖ}


Κατέλης/Κατάκης/Κατής- Ίσως σχετικό με το ν.ε. κατής<τουρκ.kadi, ο Τούρκος δικαστής επι τουρκοκρατίας,πρβ. επων. Πασσάς, Μπέης κτλ. Το Κατέλης πιθανότερα σχετικό με το ιταλ.catello=το μικρό σκυλί.πρβ. γενοβ. όνομα Κατελούζος.{ΤΟΖ}


Κατραμάδος- κατραμάδος, επίθ. 1) Aλειμμένος με πίσσα: τοίχο κατραμάδο (Bαρούχ. 6236). 2) (Μεταφ., προκ. για αμπέλι) που το χώμα του είναι αδιαπέραστο: (αυτ. 6173). [<βεν. catramado]{ΜΣΚ}


Κατραούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κατράου, κατουράω, κατραούρας ο κατουρλής. {ΓΛΑΙΤ}

Κατσάκος- Από το τουρκ. kacak, δραπέτης, κλεφτης.{ΣΗΤΡ}


Κατσανέβας- Από το δημωδ. κατσανέβας, ο φορτοεκφορτωτής,χαμάλης {ΜΚΣ}


Κατσάνης- Από το τουρκ. kacan, εκείνος που φεύγει, ο φυγάς.{ΣΗΤΡ}

Κατσαντώνης- Επώνυμο περίφημου προεπαναστατικου Σαρακατσάνου κλέφτη. Κανονικό του όνομα Αντώνης Μακρυγιάννης. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστό ετυμολογείται από το τουρκ.kaçan”φυγάς” και το βαφτιστικό Αντώνης.{ΤΟΖ}


Κατσαχνιάς- Από το ιδιωμ. κατσαχνιά, η καταχνιά, η αραιή ομίχλη, <μσν. καταχνιά, <κατ(α) –αχν(ος)-ιά.. Πρβλ. παρόμοιας σημασίας επών. Κατσιφάρας.

Κατσηφάρας- Από το δημωδ. κατσιφάρα(Πελ/σο,Κρήτη, κτλ),μτφ ο κατηφής, και κατσηφιά η ομίχλη.{ΜΚΣ}


Κατσίγαρης- καστιγαρίζω. Τιμωρώ: (Βουστρ. 3107‑8). [<ιταλ. castigare. Τ. καστιορίζω]{ΜΣΚ}


Κατσίκης- Από το τουρκ. kacik, ν.ε.κατσίκι, ίσως ο βοσκός κατσικιών ή ο γρήγορος σαν κατσίκι.

Καφανταρης- Από το τουρκ.περσ. kafandar, σύντροφος, επιστήθιος φίλος.{ΣΗΤΡ}


Καφάς -σβέρκος: (Φορτουν. Δ´ 407). <τουρκ. Kafa{ΜΣΚ}


Καφίρης - Απο το μεσν.δάνειο καφίρης,ο άπιστος, [<τουρκ. Kâfir]{ΜΣΚ}


Καφτάνης- Από το τουρκ. kaftan,πολυτελής μανδύας.{ΣΗΤΡ}


Καχραμάνος- Από το τουρκ. περσ. kahraman, ήρωας.{ΣΗΤΡ}


Καψάλης-Σχετικό με τη λέξη καψάλα.Σύμφωνα με το Λεξ. Τριανταφυλλίδη:καψάλα,καμμένο μέρος. [καψ- (καίω) -άλα]. Ως επώνυμο με τη παρόμοια μορφή Καψαλάς απαντάται τον 14ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Καψαλάς στο Νεοχώριον Χαλκιδική. {ΤΟΖ}(BZP)


Καψής- Ίσως σχετικό με το μσν. κάψα,κάμψα, η κίστη , θήκη.{GLOBG}


Κελάρης- κελλάρης, υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος <μτγν. ουσ. κελλάριος{ΜΣΚ}


Κελεσίδης-Από το τουρκ.keles-ο κασσιδιάρης.{ΠΕ}


Κελέφας- κελεφός, επίθ. λεπρός: (Ασσίζ. 12422). Η λ. ως παρων.: (Μαχ. 1817). [μτγν. επίθ. κελεφός]{ΜΣΚ}


Κελλάρης/Κελάρης- Από το μσν.κελλάριος, ο υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος.{GLOBG}


Κέμος- Από το τουρκ. kem, ελλατωματικός.{ΣΗΤΡ}


Κεντέρης- Σχετικό με το τουρκ. keder, λύπη.{ΣΗΤΡ}


Κέπας- Από το αρβαν/ kjeπε, κρεμμύδι.{ΣΗΤΡ}


Κεφίλης- κεφίλης ο· κιφίλης. Εγγυητής- <τουρκ. Kefil{ΜΣΚ}


Κεχαγιάς- γραμματέας ανώτατου αξιωματούχου, <τουρκ. kehaya <περσ. Kethüda{ΜΣΚ}


Κιννάμος-όνομα Βυζ.ιστορ., κίνναμον το. είδος αρωματικού ξύλου, κανέλα: (Θησ. ΙΑ´ [287]). [μτγν. ουσ. κίνναμον]{ΜΣΚ}


Κιόρης- Από το τουρκ. kör “τυφλός”.{ΤΟΖ}

Κιρμιζής- επίθ.· κερμεζής· χρεμεζής· Κόκκινος, ερυθρός, <τουρκ. kιrmιzι· πβ. ιταλ. chermisi, cremisi{ΜΣΚ}


Κίσσας- Από το δημωδ. κίσσα, είδος αποδημητικού πουλιού, <αρχ. κίσσα.


Κλαδάς- (όνομα Χειμαριώτη στρατιώτη) από το κλαδί, βλαστός δέντρου ή θάμνου, κλωνάρι, κλαδί, βέργα,(βλ. Βεργής,Κλωνάρης,Κλάδος,Κλάρας){ΜΣΚ}


Κλάπας- ν.ε. κλάπα, «ξύλινα έμβολα όπου στηρίζονται τα πλαίσια παραθύρων.θυρών κλπ.»Κλάπα< ίσως από το λατ. clava.{ΤΟΖ}


Κλαψής/Κλαψάκης/Κλαψιάρης- ν.ε. κλάψα, κλάμα.{ΤΟΖ}


Κλής- Συγκεκομμένος τύπος τουΠερικλής και Θεμιστοκλής.{ΤΟΖ}


Κλούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια), κλούρι/κλούρα, το κουλούρι/κουλούρα<μσν. κουλούρα < ελνστ. κολλούρα< αρχ. κολλύρα.(ΛΤ) {ΓΛΑΙΤ}

Κλωνάς/Κλωνάκης/Κλωναράς/Κλωναράκης, Κλωνάρης/Κλωναρίδης- από το μεσν./δημωδ. κλώνι, το κλωνάρι, το τρυφερό μικρό κλαδί, σαν χαρακτηρισμός ανθρώπου με την έννοια του παληκαριού, του νέου,< < ελνστ. κλωνίον υποκορ. του αρχ. κλών.


Κοίλιαρης-κοιλιάρης, επίθ.· ουδ. κοιλιάριν. Που έχει μεγάλη κοιλιά: χοντρός και κοιλιάρης (Ερμον. Δ 236). [<ουσ. κοιλιά + κατάλ. ‑άρης]{ΜΣΚ}


Κοθρής- Απο το δημωδ. κοθρής, αυτός που μαζεύει υπολείμματα ψωμιού,ψίχες(αλλιώς κοθρί), μτφ. ο ευτελής και συμφεροντολόγος, μεσν. κόδρα `γύρος ψωμιού, γύρος ταψιού΄<λατ. codra.(ΛΔΗΜ)


Κόκας- Από το αρβ. kokë-a «κεφάλι».{ΤΟΖ}


Κόκκαλης- Από το ν.ε. ους. κόκαλο, ή το μεγενθ. κόκαλος<αρχ.κόκκαλος, και την καταλ. –ης.{ΤΟΖ}


Κόκκας/Κίκιζας- Από το αρβαν. κοκje/κόκα, το κεφάλι.{ΣΗΤΡ}


Κοκκωτός- κοκκωτός, επίθ.· κουκκωτός. κατάστικτος, πιτσιλωτός, <ουσ. κόκκος + κατάλ. ‑ωτός{ΜΣΚ}


Κοκόνης- Από το διαλεκ.(Ηπειρ.) προσηγορικό κοκόνι, το μικρό σκυλί, υποκορ. του κοκόνα.{ΤΟΖ}


Κοκόζης- Από το τουρκ. kokoz, ο φτωχός, ενδεής.(ΕΠΜΑ)


Κολαούζης- οδηγός,μτφ. ο ενοχλητικός, <τουρκ. Kιlavuz{ΜΣΚ}


Κολιός-είδος ψαριού, αρχ.κολί(ας). Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως πρέπει να σχετίζεται με την υποκοριστική μορφή του βαφτ. Νικόλαος>Νικολιός>Κολιός. βλ.παρακάτω. {Λ.Τ.}


Κολλιός/Κολιός- Από τα βαφτ. Κολλιός-Κολιός μορφές του Νικόλαος> Νικολιός>Κολιός. Οι Αρβανίτες χρησιμοποιούν την παραλλαγή Κόλλιας/Κόλιας, με τροπή του ο σε α, όπως παρατηρούμε και σε άλλες περιπτώσεις Νίκος-Νίκας,Ζερβός-Ζέρβας κτλ.


Κολοκούρης/Κωλοκούρας- Από το ιδιωμ. κουλουκούρα, κωλοκούρα, τα μαλλιά γύρω από την ουρά και τον κώλο του προβάτου, μεταφορικά το μπαξίσι, και κουλουκρίζω, κουρεύω τα πρόβατα. {ΓΛΑΙΤ}

Κολοκυθάς- από το ν.ε. κολοκύθι< μσν. Κολοκύθι<αρχ.κολοκύνθιονυποκορ. τουκολοκύνθη.{Λ.Τ.}


Κολτσίδας,Κολλιτσίδας-Επώνυμο(το πρώτο) Αιτωλοακαρνάνα αγωνιστή του Εικοσιένα. Είδος φυτού κολλητσίδα(Ηπειρ.), αλλού αφορμοχόρτι,επιστ. Potentilla pedata.Kοινή ονομασία διάφορων φυτών, των οποίων οι βλαστοί ή τα σπέρματα περιέχουν κολλητική ουσία . Μεταφ. άνρωπος φορτικός που προσκολλαται απρόσκλητος.< μσν. κολλητσίδα < *κολλητίδα < κολλητ(ός) -ίς > -ίδα(Λεξ.Τριαντ.).{ΔΟΦ}


Κομπωτής- Από το μεσν. και ιδιωμ. επιθ. κομπωτής, ο απατεώνας, από το ρήμα κομπώνω, εξαπατώ,ξεγελώ. Και μτφ. ο ψεύτικος,ο φαντασμένος, <Γλωσ.Ησυχ. κομβόω. Και ως όνομα γνωστής κωμόπολης της Άρτας, το Κομποτί,πατρίδας του Ν.Σκουφά, και χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, Κομπωτή.(ΜΣΚ) (ΛΔΗΜ)


Κονδυλάκης/Κονδύλης- Σχετικό με το ν.ε. κοντύλι, ειδική γραφίδα από σχιστόλιθο, με την οποία έγραφαν επάνω στην πλάκα οι πολύ μικροί μαθητές,< μσν. κοντύλι(ν) < ελνστ. κονδύλιον (προφ. [nd] ) υποκορ. του αρχ. κόνδυλος.{Λ.Τ.}


Κονταξής(Κονταξόπουλος, Κονταξάκης, Κοντακτσής, Κοντακτζόγλου)-kundakçi-ο πυρπολητής, εξελληνισμένη ακουστικά kç-ξ *. (ΕΠΜΑ)


Κονταράτος-κονταράτος, επίθ. Οπλισμένος με κοντάρι, <ουσ. κοντάριον + κατάλ. –άτος. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Κονταράτος -1264 στην Κεφαλονιά, και τον 14ο στη Μεθώνη, και Πτελέα και Λεύκη Χαλκιδικής. {ΜΣΚ}(BZP)


Κοντζάς- ν.ε. κοντζάς ο. κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: τριαντάφυλλα κοντζάδες (Διγ. Α 2845). [<τουρκ. gonca ή konca]{ΜΣΚ}


Κόντης- α) Τίτλος ευγενείας στη φεουδαρχική Δύση, κόμης: (Δούκ. 8521‑2)· β) ως προσφών.: (Κορων., Μπούας 149). [<ιταλ. conte - παλαιότ. γαλλ. Conte],πρβ.Δούκας, Μπέης κτλ.Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.{ΜΚΣ}(BZP)


Κοντόσταυλος-κοντόσταβλος·. 1) Ανώτατος αξιωματικός (αξιωματικός τρίτος στην στρατιωτική ιεραρχία μετά τον πρωτοστάτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη): <μεσν. λατ. Conestabulus. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρεται κάποιος με επώνυμο Κοντόσταυλος το 1321 στη Χαλκιδική.(BZP)


Κοργιαλάς/Κοριαλάς- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κοριάλο/κουριάλου, εύληπτη τροφή παρασκευασμένη ειδικά για τους μελλοθάνατους, κοριαλάς ο παραγωγός της. {ΓΛΑΙΤ}

Κόρδας-i) χορδή μουσικού οργάνου,ii) έγχορδο μουσικό όργανο, iii)χορδή τόξου, μτφ ο κορδωτός, ευθυτενής.{ΜΣΚ}


Κορμαλός/Κορμαλάς- Από το δημωδ. κορμαλός, αλλιώς κορμαράς, ο σωματώδης,και μεγαλόσωμος. (ΛΔΗΜ)


Κορμπάκης/Κορμπόπουλος- Από το ιδιωμ. κόρμπα(η), κόρμπος(ο), ο μούλος, και κυρίως ο μαύρος, ο σκούρος, χαρακτηρισμών μαύρων αιγοπροβάτων. Η λέξη στα τσακώνικα, αλλά τουλάχιστον σε όλη την Πελοπόννησο, <λατ.corvus-κοράκι. (ΛΞΤΣ)


Κοροβέσης- Από το αρβαν. korroveshe,(korr + vesh), είδος στάμνας, σαν επίθετο δηλώνει τον κουτσάφτη, τον χωρίς αυτιά. {ALBD}


Κορφιάς- Από το διαλεκτ.(Μάνη και αλλού) κορφιάς,κορφέας, η ανώτατη οριζόντια δοκός της στέγης,ετυμολογικά σχετικό με την κορυφή,πρβλ παρόμοιας σημασίας επώνυμα Γκλαβάνης, Πρέκκας.(ΛΔΗΜ)


Κορφιάτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Κορφώ/Κορυφώ, αλλιώς η Κέρκυρα, η ονομασία καταγράφεται από την Άννα Κομνηνή-11ος αι.{ΤΠΝΜ}


Κοσκινάς -αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κόσκινα: (Προδρ. III 198). [<ουσ. κόσκινον + κατάλ. ‑άς]{ΜΣΚ}


Κόσκος- Από το αρβαν. κόσκε-α, κόκκαλο.{ΣΗΤΡ}


Κοτζαλής(Κοτσαλίδης,Κοτσαλής)- Από το τουρκ. kocali, η παντρεμένη γυναίκα.(EΠMA)


Κοτζαμάνης- Από το τουρκ. kocaman, μεγαλόσωμος.{ΣΗΤΡ}


Κοτζιάς- Από το τουρκ. koca, μεγάλος, πβ. κοτζάμ.{ΣΗΤΡ}


Κοτσάκης/Κοτσακίδης- Από το τουρκ. koçak «ανδρείος,θαραλέος». Σε πολλές περιπτώσεις το επώνυμο μπορεί να προέρχεται από τη μορφή του βαφτ. Κώστας-Κώτσος και την υποκοριστική κατάληξη –άκης.{ΤΟΖ}


Κότσιαρης/Κώτσιαρης- Από το βαφτ. Κότσιος<Κωνσταντίνος. Σχετικό με το βουλγ. Kоцо.{ΤΟΖ}


Κοτσώνης- Από το ιδιωμ. ρημ. κοτσώνω, επαίρομαι, κορδώνομαι, και κοτσώνης ο επηρμένος. Πιθανό είναι να είναι απλώς μια υποκορ. μορφή του ονόματος Κώστας>Κότσος, με την υποκορ. κατάληξη -ώνης(πρβλ. το υποκορ. επίθημα -όνι, βλ. κλεφτρόνι, στριφόνι κ.α.). Παρόμοια σχηματίστηκαν επώνυμα όπως Γεωργιώνης, Γιαννακαρώνης, Διακώνης, Δροσώνης, κ.α. (ΛΔΗΜ)


Κουβαράς- Από το δημωδ. κουβαράς, ο κατασκευαστής, ο πωλητής κουβαριών νήματος. , <αρχ. κόβαρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται στην Πάφο της Κύπρου κάποιος Μιχαήλ του Κουβαρά, το 1360 ένας πρωτοψάλτης Κουβαράς, το 1368 κάποιος χαρτοφύλαξ Θεόδωρος Κουβαράς κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Κούβελας-Από το μεσν. κουβέλι το. κυψέλη: της μέλισσας, <παλαιότ. γαλλ. cuvel(l)e, cubel{ΜΣΚ}


Κουλακμάνης- Από το τουρκ.kulak, αυτιάς, συν το επιτακτικό μόριο -μάν(ης), "αυτάρας".(ΕΠΜΑ)


Κουκής/Κουκκής/Κουκκίος- Σχετικό με το ν.ε. κουκκί, το όσπριο,< μσν. κουκκί(ν)< < ελνστ. κοκκίον υποκορ. του αρχ. κόκκος. πρβλ. Φασουλής,Νεράντζης, Ρεβύθης κτλ. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, το 1348, καθώς αναφέρεται κάποιος πάροικος στις Σέρρες, Μιχαήλ Κουκκής. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Κουκουβάς-ο· κουκκουφιάς. κουκουβάγια, ηχοπ. λ. ή <ουσ. κουκούβα{ΜΣΚ}


Κουκούδης- κόκκος, κουκούτσι, <ουσ. κόκκος + κατάλ. ‑ούδι(το χαλάζι){ΜΣΚ}


Κουκουζέλης- κουκουτσέλα, κουκουνάρα(παροιμ: απήρα εγώ παρ’ εκείνου … κουκουτσέλα, εκείνος δε παρ’ εμού βρύα, Σφρ., Χρον. 64), [<ουσ. κουκούτσιν + κατάλ. -έλα{ΜΣΚ}



Κουκουλιός/Κουκουλός/Κουκουλόπουλος- Από τη καταγεγραμμένη υποκορ. μορφή του βαφτ. Νικόλαος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Κουκουλιός<Κουλιός< Κολιός<Νικολιός<Νικόλαος. (ΒΕΛΒ)
Κουκούμης/Κουκουμάς- Από το ουσ.κουκούμιν το. Χάλκινο δοχείο νερού· χύτρα. μτγν. ουσ. κουκκούμιον. Το δεύτερο επώνυμο σχηματίστηκε με την συχνή επαγγελματική κατάληξη –άς(βλ. Φαναράς, Καλαθάς , Πιατάς, κ.α.) . Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κτηματίας στην Βέροια το 1325 με το επώνυμο Κουκούμης, αλλά και ένας Νικόλαος Κουκουμάς τον 15ο αιώνα.{ΓΛ} (BZP)

Κουκούρης -ο. αγροίκος, άξεστος άνθρωπος: « Της χώρας είμαι εγώ άθρωπος και μη με λες κουκούρη» (Στάθ. Γ´ 427). κούκουρον το. Φαρέτρα: τα κούκουρά του εβάσταινε, το απελατίκι εκράτει (Χρον. Μορ. H 5062). [<μεσν. λατ. cucurum. Η λ. τον 7. αι.][<ουσ. κούκουρον* + κατάλ. ‑ης]{ΜΣΚ}


Κουλούκης- Από το μσν. κουλούκης, ουσ. *κυλάκιον <σκυλάκιον κουτάβι ή (υβριστ.) ανόητος, απερίσκεπτος. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 9οαιώνα, Theophanes ο και Ισαάκιος,Bonnae,1839.{GLOBG}{ΜΣΚ}


Κούμαρης-κούμαρι, αγγείο πήλινο ή γυάλινο, κανάτι, μσν. κουκουμάριον με απλολ. [kuku > ku] υποκορ. του ελνστ.ἡκούκουμ(α) -άριον (< λατ. cucuma){ΜΣΚ}


Κουμάς- Επώνυμο σχετικό με το διαλεκτ.(Κρήτη). κούμος,ορνιθώνας,καλύβι.{ΚΡΗΤ}


Κουμέλης- Από το ν.ε. κουμέλλα, μικρό πήλινο δοχείο όπου βάζουν συνήθως γάλα και γιαούρτι. <μτγν.καμέλλα=είδος ποτηριού.{ΑΝΤΖ}


Κουμπής- Συνηθισμένο επών. Σαρακατσάνων του Ζαγορίου από το ν.ε.κουμπί<μεσν.κομβίον,υποκρ. του αρχ.κόμβος. Στην περίπτωση των Ζαγοριτών χρησιμοποιείται μεταφορικά με τη σημασία του επιθέτουκουμπένιος-καλοκαμωμένος.{ΤΟΖ}


Κουμπουρης-κουμπούρι (λαϊκότρ.) το όπλο, και κυρίως το πιστόλι. [μσν. κουμπούρι `θηκάρι΄ < τουρκ. kubur -ι, κατά τη σημερ. σημ. της τουρκ. λ.: `πιστόλι του ιππικού΄]{ΜΣΚ}


Κουνάδ(β)ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. ‑άδι{ΜΣΚ}


Κούνδουρος- 1) Κολοβός, με κομμένη ουρά: σκυλί κουντούρι (Σπαν. (Ζώρ.) V 389). 2) Κοντός: κόβγει τα (ενν. τα ρούχα) ως τα γόνατα και κούντουρα τ’ αφήνει (Ερωτόκρ. Δ´ 579). 3) (Στη θέση εθν.): εν έτει ‚ςωοδ´ απήραν οι κούντουροι την Μεσημβρίαν (Byz. Kleinchron. Α´ 2141). Η λ. και τ. Κούνδουρος σε τοπων.: (Δωρ. Μον. XX), (Χρον. Μορ. P 1724). [<επίθ. κ{ΜΣΚ}όντουρος. Η λ. τον 9. αι. (βλ. Κριαράς 1988: Β´ 89· Kahane, GR I 571-2), στο Meursius και σήμ. ιδιωμ.]


Κουνέλης- κουνέλι, <ιταλ. coniglio{ΜΣΚ}


Κουνενός- κούνενα,μικρό πήλινο αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως ποτήρι {ΜΣΚ}


Κουντουράς- Απο το μεσ.ελλ.(9ος αιων.), κόντουρος ,ο κολοβός ή μεσ.ελλ. κουντούρα, είδος παπουτσιού.{ΜΣΚ}


Κουντούρης (Κουντουράς) - κουντούρι το· κουντόρι. Είδος παπουτσιού· φρ. κρατώ κάπ. εις το κουντόρι = ακολουθώ κάπ. «κατά πόδας», παρακολουθώ κάπ., «έχω κάπ. στο χέρι»: (Χρον. Τόκκων 2836). [ουδ. του επιθ. κούντουρος ως ουσ. ή <ουσ. κουντούρα]{ΜΣΚ}


Κούντουρος-(κοντός, ουρά), ο κολοβός, Η λέξη και στον Σουΐδα(10ος αι.)=κούθουρον, τον κούντουρον.{GLOBG}


Κουρβούλης- Από το δημωδ. κουρβούλα, ο κορμός του αμπελιού, η κουρμούλα. Μτφ. ο αδρανής, ο ακίνητος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Κουρβουλέας στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. (ΛΔΗΜ) (BZP)



Κουρεμάδης- Από το δημωδ. κουρεμάδι, κούρεμα σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψηλή χειρομηχανή. (ΓΛΗΛ)

Κουρής- Ίσως από το δημωδ.κούρης, ο περιφερόμενος εδώ και εκεί ασκόπως, φυγόπονος, άεργος. Ή σχετικό με το μεσν. κουρά, 1)κουρά (ως μέρος της τελετής της χειροτονίας ιερωμένου),ή 2)η ιδιότητα του μοναχού. Ως επώνυμο,Κουρής, εμφανίζεται πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κάποιος Κουρής Κωνσταντίνος,στην Τραπεζούντα. (ΛΔΗΜ) (ΜΣΚ)(BZP)


Κουριέρης- ταχυδρόμος, <ιταλ. Corriere{ΜΣΚ}


Κουρκούλης- Από το διαλεκτ.(Ηπειρ.) κουρκούλι, η πέτρα, το λιθάρι.{ΤΟΖ}


Κουρκουμέλης- Ίσως σχετικό με το μσν. κούρκουμο, είδος χαλιναριού, φίμωτρο. <λατ. curcuma. H λ. στον Hσύχ.(6ος αι.) και στα Πτωχοπροδρομικά(12οςαι.). Συν την ιταλογενή κατάληξη –έλης, που συνηθίζεται στη Μυτιλήνη , Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο κτλ.{GLOBG}


Κουρκουμπέτης- Από το βλαχ. curcubeta=το κολοκύθι,<λατ.curcubita. πρβλ. Κολοκύθας.{ΤΟΖ}


Κουρμούλης- Από το ιδιωμ. κουρμούλι, κορμός δέντρου, χαμόκλαδου.{ΣΗΤΡ}


Κουρούζης- κουρουζής ο. Παλαίμαχος γενίτσαρος,<τουρκ. Korucu{ΜΣΚ}


Κουρούκλος- κουρούκλα είδος τεύτλου, πιθ. <λατ.*colucula]{Λ.Τ.}


Κουρούνης- κουρούνα ,κορώνη, είδος πουλιού,μτφ, «γίνομαι κουρούνα» = μεθώ υπερβολικά, <αρχ. ουσ. κορώνη{ΜΣΚ}


Κουρούπας(-ης,-ος)- πήλινο δοχείο, πιθάρι, <ουσ. κουρούπι + κατάλ. ‑α ή <ουσ. κορύπη{ΜΣΚ}


Κουρούπης/Κρούπης- Από το ν.ε. κουρούπι(και κρούπι με συγκοπή του άτονου ου),»πήλινο δοχείο». <ουσ. κορύπη, μτφ. ο μεθυσμένος.{ΤΟΖ}


Κουρούσης- Από το τουρκ. kurus ,το γρόσι.{ΤΟΖ}


Κουρσούνης- κουρσουνιά ,τουφεκιά, <τουρκ. Kurşun{ΜΣΚ}


Κουρτέλας- κουρτέλλα, μαχαίρι, <βεν. Cortela{ΜΣΚ}


Κουρτέσης- κουρτέσης, θηλ. κουρτεσά, ευγενικός, λεπτός στους τρόπους, <μεσν. γαλλ. corteis ή <ιταλ. Cortese{ΜΣΚ}


Κουρτίδης- Από το τουρκ. kurt, λύκος.{ΣΗΤΡ}


Κούσκουρας / Κουσκούρης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κούσκουρας, ο φλύαρος, πολυλογάς.{ΓΚΕ}


Κουτουμάνος- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτουμάνος, το μικρό ευτραφές κουτάβι, σπάνια και το μικρό παιδί με τα ίδια χαρακτηριστικά.{ΓΚΕ}



Κουτουρλός- Από το ιδιωματικό(Αιτωλοακαρνανία) κουρουρλός, ο κουτσάφτης, αυτός με κουτουρλεμένα(κουτσουρεμένα) τ’αφτιά. (ΙΛΝΕ)
Κούτρας/Κούτρης- Απο το δημώδ. κούτρα, το κεφάλι. Το επώνυμο ίσως με την έννοια του «κεφάλα». Ετυμολογικά προέρχεται απο το μεσν. κούτρα και αυτό με τη σειρά του απο το λατινικό scutra. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα(1304), αναφέρεται κάποιος Δημήτριος Κούτρας, πάροικος Λήμνου. {Λ.Τ.} (BZP)

Κουτρούλης- κουρεμένος· φαλακρός, Xρον. Mορ. H 3061, σχετ. με το ουσ. κούτρα.{ΜΣΚ}


Κουτρούμπας- κουτρούβιν,είδος πήλινου δοχείου, πιθ. <ουσ. κουτρούπι(ον) <κούτρα, H λ. τον 11. αι..{ΜΣΚ}


Κουτσούμπας- Από το διαλεκτ. κουτσουμπός, α άνευ κορυφής, ”κουτσουμπό κυπαρίσσι”, ”κουτσουμπή μύτη”, γενικά ο κολοβός. Ετυμολογικά σχετικό με το “κουτσός”.(ΛΔΗΜ)


Κουτσομύτης- που έχει κομμένη μύτη, ως επώνυμο τον 11. αι στην Αλεξιάδα της Ειρήνης της Κομνηνής. Ταυτόσημο με το βυζ. Ρινότμητος, λόγω της συνήθους τιμωρίας να κόβουν την μύτη στον ένοχο.{ΜΣΚ}


Κουτσούκος- Από το τουρκ. kucuk, μικρός.{ΣΗΤΡ}


Κουτσουλιανός- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτσουλιανός, είδος πτηνού, ο κορυδαλός.{ΓΚΕ}


Κουτσούνης- ίσως από το δημωδ. κουτσούνα ,η κούκλα.{ΜΣΚ}


Κουτσουρέλας/ης- Από το ιδιωμ.(Ζαγ.) κουτσουρέλα- η άτεκνη, σχετικό ετυμολογικά με το κουτσ(ος). (MEYER)


Κουτσούτης- Από το διαλεκτ.(Χίος) , κουτσούτα αίγα, γίδα με κοντά αυτιά, πρβ. κουτσάφτης.{ΠΧΓ}


Κόφας- η· κούφα. μεγάλο κοφίνι,<βεν. cofa{ΜΣΚ}


Κραμπής- Από το δημωδ. κραμπί, το φυτό κράμβη, το λάχανο, <αρχ. ουσ. κραμβίον.


Κρανίδης- Από το μεσν. κρανίδι(ον), το μικρό κράνος, μικρή περικεφαλαία. Και τοπωνύμιο, Κρανίδι στην Αργολίδα, ίσως από κάποιον πρώτο οικιστή του οικισμού, Κρανίδη. (ΛΔΗΜ)


Κρανιδιώτης-Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την κωμόπολη του Κρανιδιού Αργολίδας. Επώνυμο αδικοχαμένου πολιτικου.{ΤΠΝΜ}


Κρασάς- Το επώνυμο από το ν.ε. κρασί<μσν.κρασίν,κρασίον. Δηλώνει τον οινοπώλη, ή τον παραγωγό κρασιού. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 10ο αι. στο Theophanes Continuatus (198,17).{GLOBG}


Κρεμανταλάς-Από το επίθετοκρεμανταλάς ο ,θηλ. κρεμανταλού ,(οικ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου πολύ ψηλού, άχαρου και άκομψου στις κινήσεις. < *κρεμομανταλάς< κρεμ(ώ) -ο- + μανταλ(άκι) -άς· κρεμανταλ(άς) –ού.{Λ.Τ.}


Κρεμαστινός- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό με το όνομα Κρεμαστη. Χωριά με αυτό το όνομα υπάρχουν στη Ρόδο, Ξάνθη,Λακωνία.{ΤΠΝΜ}


Κρέμος- Από το μεσν. κρέμμυον, το κρεμμύδι. Σαν επώνυμο αναφέρεται ήδη με τη μορφή Κρεμού, και Κρεμουλής-Κρεμμός τον 13ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα. (ΛΔΗΜ) (BZP)


Κριεζής- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και το δεύτερο συνθ. –ζι (μαύρο), δλδ ο μαυροκέφαλος.{ΣΗΤΡ}


Κριεκλόκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και κλόκε(άδειος), ο κουφιοκέφαλος.{ΣΗΤΡ}


Κριεκούκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και κούκj-ι (κόκκινος), ο κοκκινοτρίχης.{ΣΗΤΡ}


Κριεκούκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και μάδε(μεγάλος), ο κεφάλας.{ΣΗΤΡ}


Κριθάρης-ν.ε. κριθάρι<μσν.κριθάρι(ν) < ελνστ.κριθάριονυποκορ. του αρχ.κριθή{Λ.Τ.}


Κρικέλης- κρικέλλιον το· κερκέλλι· κιρκέλλιν· κρικέλλι· κρικέλλιν, κρίκος, χαλκάς, <ουσ. κρίκελλος, H λ. τον 6. αι.(Μαυρίκ.Στρατ.1,2){ΜΣΚ}



Κριτής- Από τη λέξη κριτής, που εκτός της διαχρονικής της σημασίας, αυτός που κρίνει, επι Βυζαντίου, τίτλος αξιώματος, επιτηρητής της τάξης αναλόγως-κριτής του ιπποδρόμου,-κριτής του βήλου κτλ. Η λέξη σαν επώνυμο από την περίοδο των Παλαιολόγων, τουλάχιστον, ως Κριτής, Κριτόπουλος. (ΛΔΗΜ)


Κροκάς- Από το μεσν. κρόκα/κρόκη, το υφάδι,το δημωδ. κροκίδι, συν την παραγ. καταλ.-ας. Ως επώνυμο τον 14ο αιώνα, ως Κροκάς στο Άγιο Όρος, και ως Κροκκάς στην Ιερισσό(1300). (ΛΔΗΜ) (BZP)


Κροκύδας- κροκύδα, μαλλί ξασμένο, αρχ. ουσ. κροκύς.{ΜΣΚ}


Κροντηράς- Από το δημωδ. κροντήρι, ο κρατήρας, από το μεσν. κροντήριον< κρυωρήριον, εκεί που κρυώνει το νερό. Συν την κατάλ. –άς, που δηλώνει επάγγελμα (πρβλ.φαναράς, παπλωματάς, γαλατάς κτλ).


Κρούσκας- Από το αρβαν. krushk, ο κουμπάρος, και ο ανύπαντρος συγγενής, <*kushker<λατιν.consocer”πεθερός”.{ALBD}


Κτενάς/Χτενάς- Από το δημωδ. χτένα, και την παραγ.καταλ.-άς, ο κατασκευαστής χτενών, το «κ» στην πρώτη εκδοχή ίσως οφείλεται σε «λόγια ευφωνία». < ελνστ. κτένιον. (ΛΔΗΜ) (Λ.Τ.)


Κυδώνης-ν.ε. κυδώνι, μσν.κυδώνι(ν) < ελνστ. κυδώνιον< αρχ. Κυδώνια μῆλα{Λ.Τ.}


Κυπαρίσσης-κυπαρίσσι, αρχ. ουσ.κυπάρισσος{Λ.Τ.}


Κυράνης/Κυράνας- Μητρων. επώνυμο από το βαφτ. Κυράν(ν)α, μεσν. κυράνα « η μητέρα»,ίσως < κυρά και μεγενθ. καταλ. –άνα.{ΤΟΖ}


Κυριαζής- Από το βαφτ. Κυριαζής, παραλλαγή του Κυριάκος (Τριανταφυλλίδης, Ονόματα,σ.14). Διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο, Κυριαζόπουλος ,Κυριαζάκης, Κυριαζίδης, Κυριαζούδης κτλ. Επώνυμο του Ρήγα Βελεστινλή(Φεραίου). (ΑΝΧΜ)


Κυρίτσης- τιμητικός τίτλ. 1) κύριος, άρχοντας, 2)αξιωματούχος: του κλήρου κυριτσάδες, <ουσ. κύρης + κατάλ. –ίτσης. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 11οαιώνα,(Κυρίτζης).{ΜΣΚ}


Κύρκας/Κύρκος- εραστής, ο «καλός», ο αγαπημένος, <ουσ. κύρης + κατάλ. ‑κας. {ΜΣΚ} ή(και)


Κύρκος- Από το βαφτ. Κύρκος,<μεσν.Κύρικος(κύρ(ιος)+ικός) ή(και) του βαφτ. Κυρ(ιά)κος. Η ίδια αρχή σε πολλές παραλλαγές, φανερώνοντας τη διάδοσή του υποκορ. αυτού τύπου, όπως Κυρκόπουλος, Κυρκίδης, Κυρκάκης,Κύρκου, Κυρκούδης, Κυρκούσης κτλ.(ΑΝΧΜ)


Κωσταρέλης- Από το βαφτ.Κώστας + μεγεθ.καταλ. –αράς+υποκορ. καταλ. –έλης.{ΤΟΖ}


Κωτάνος- Από τη εκδοχή του βαφτιστικού Κωνσταντίνος<Κώστας<Κώτας.{ΠΕ}


Λ


Λάβδας- Από το βλαχ.lavda=έπαινος,<λατ.laus-udis,laude.{ΤΟΖ}


Λαβδός- Από το δημωδ. λαβδός, αυτός που έχει στραβά πόδια έτσι ώστε να ενώνονται τα γόνατα, έχοντας σχήμα Λ, σχετική λέξη χαυδώνω. (ΛΔΗΜ)


Λαγάρας- Από το δημ. λαγάρα, υγρό απαλλαγμένο από κάθε ξένη ουσία, μτφ. ο καθαρός, και ο ειλικρινής, τίμιος, άψογος. Και λαγαρίζω : κάνω διαυγές ένα υγρό. Από το αρχαίο λαγαρός “ο χαλαρός, λεπτός, ευκίνητος”, η σημερινή σημασία μεσαιωνική. (ΛΔΗΜ)


Λάγιος- Από το δημ. λάγιος, ονομασία προβάτων που έχουν μαύρο χρώμα,πρβλ. λαγιαρνί, <δάνειο από τα βλάχικα. (ΛΔΗΜ)

Λαγκώνης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λαγγώνι, πλευρό.{ΓΚΕ}


Λαζούρης/Λαζούρας- Από το μεσν(τουλαχ.7ος αιων.) και δημ. λαζούρι(ον), πέτρα γαλάζια, μτφ. ίσως ο γαλανομάτης, γαλάνης,< μεσν. λατ. lazur. (ΛΔΗΜ)


Λαθούρης- Από το ν.ε. λαθούρι, ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών,lathirus sativus,< μσν. λαθούριν υποκορ. του αρχ. λάθ(υρος) –ούριν.{ΔΟΦ}


Λάλος- Από το μεσν. και δημωδ. λάλος, ο πολύ φλύαρος, αυτός που λαλεί(μιλάει) πολύ,συνεχώς. (ΛΔΗΜ)

Λαμπαδάριος- Ο επικεφαλής του αριστερού χορού στον πατριαρχικό ναό.{ΜΣΚ}


Λαμπέτης- Από το μεσν. λαμπέτης, ο λαμπρός, ο λάμπων. Σαν επώνυμο αναφέρεται για πρώτη φορά το 1320 ως επώνυμο κατοίκου της Χαλκιδικής,Λαμπέτης. Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της ηθοποιού Έλλης Λαμπέτη, γεννημένη Έλλη Λούκου. (BZP) (ΛΔΗΜ)


Λαμπίρης- Ίσως από το δημωδ. λαμπύρι, το φυτό λαμπύρι, το αρχαίο ‘λάθυρος’.πρβλ. επών. Σχετικά με φυτά Κολτσίδας, Λαθούρης, Λιναράς, Μελικόκης(βλ.επων.). (ΛΔΗΜ)


Λανάρης/Λαναράς- ο εριουργός,λανάρης< μεσ.λανάριος< λατ.lanarius.{ΤΟΖ}


Λαπαθιώτης-Ίσως σχετίζεται με τον οικισμό Λάπατα (σημ.Λαπάθεια) ,δημ.Καλαβρύτων. Λαπατιώτης<Λαπαθιώτης με λόγιο εξελλην.πρβ. Μπακάλης<Βακάλης.{ΤΠΝΜ}


Λάπας- Από το ηπειρωτ.διαλεκτ. λάπα-λαπάς=η προβατίνα με τα αυτιά προς τα κάτω», <αλβ.lape-a=το δέρμα των σφαζομένων ζώων.{ΗΠΟΙΚ}


Λαπατάς- Από το ν.ε. λάπατον< είδος ποώδους φυτού που τρώγεται. [αρχ. λάπαθον, *λάπατον](Τριαντ.}.{ΤΟΖ}


Λαρδάς- Από το ουσ. λαρδί ,λίπος, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται παστό ή καπνιστό. μσν. λαρδί(ο)ν, υποκορ. του ελνστ. λάρδ(ος) (< λατ. lard(um) -ος `αλατισμένο κρέας΄) –ίον{Λ.Τ.}


Λάσκαρης- Επώνυμο σημαντικής βυζαντινής οικογένειας. Χρησιμοποιείται και ως κύριο όνομα. Λάσκαρης<λάσκαρης «δάσκαλος»<ράσκαλης με αντιμετάθεση r-l<>r< δάσκαλος. Οι παραπάνω τύποι απαντούν στο μικρασιατικό ιδίωμα της Σίλλης(περ.Ικονίου) όπου ο ρωτακισμός αποτελεί γενικό κανόνα(πβ.δεξί-ρεξί,δεσπότης-ρεσπότσης){ANX}


Λαφαζάνης- Από το τουρκ.περσ. lafazan, ο φλύαρος, καυχηματίας.{ΣΗΤΡ}


Λαψάνης- Από το ν.ε. ιδιωμ. λάψανα, είδος χόρτου, η λέξη και στον Ησύχιο(6ος μ.Χ.)< «λαψάνη>· τῶν ἀγρίων λαχάνωνἐσθιομένη».{GLOBG}


Λέκας- Αρβανίτικη εκδοχή του βαφτ. “Αλέξανδρος”.{ΤΟΖ}


Λεκκός/Λεκός- Από το ιδιωμ.(Τσακώνικό) λεκός(ο),λεκό(το), ο λευκός, και Λεκκάκος. Το τελευταίο μπορεί να συνδέεται με το αρβαν. Λέκας, υποκορ. του Αλέξανδρος. (ΛΞΤΣ)


Λεμόνης-ν.ε. λεμόνι<μσν.λεμόνι<λιμόνι ([i > e] από επίδρ. του [l];) < ιταλ. limon(e) -ι < αραβ., περσ. laymūn{Λ.Τ.}


Λέπουρας- Από το αρβαν. λjeπούρι, ο λαγός.{ΣΗΤΡ}



Λέτσος- Από το ιδιωμ. λέτσος, ο βρωμιάρης,ο κακοντυμένος, <ιταλ. lezzo `βρόμα΄. Ίσως και από υποκορ. μορφή του Νικόλαος>Νικολέτσος>Λέτσος. (ΛΔΗΜ)(Λ.Τ)


Λέχος- Μητρωνυμικό, από το λεχώ-λεχώνα, 1) γυναίκα που γέννησε πρόσφατα και 2) (μτφ.) για άνθρωπο τεμπέλη και φυγόπονο,3) Από το ιδιωμ.(Αρκαδ.) λέχος, «η εν ύδατι αναλυομένη κόπρος των βοών, εν η εμβάλλουσι τα βαμβακερά υφάσματα άμα υφανθέντα. Μένουσιν δ’εν αυτή 3-4 ημέρας ταύτα, είτα εξάγουσιν αυτά(ξελεχώνουσι) και τα λευκαίνουσιν». Ίσως λέχος,παρατσούκλι, αυτού που έκανε αυτή τη δουλειά. (Λ.Τ.)(ΛΔΗΜ){ΠΠΠ}



Λεχούδης- Από το δημωδ. λεχούδι, το νεογέννητο, το νεογνός, <λέχώ +-ούδι, μσν. λεχώνα < ελνστ. *λεχών.(Λ.Τ.) (ΛΔΗΜ)

Ληξούρης- Από το μεσν. λίξουρος, λιξουριάρης,λήξουρος, ο άπληστος,πλεονέκτης και ο λαίμαρχος, λιχούδης, λιγούρας. Το τοπωνύμιο Λιξούρι, προφανώς σχετίζεται ετυμολογικά.(ΜΣΚ) (ΛΔΗΜ)



Λιάγκας- Μητρων. από το βαφτ. Λιάγκα, ιδιωμ. μορφή του Αλέκα< Αλεξάνδρα . Ή από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) λιάγκας, ο πολύ αδύνατος(ΚΖΛ) {ΓΛΑΙΤ}



Λιάλιας- Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Λάζαρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα(π.χ. Σιάτιστα). Ο διπλασιασμός μια συλλαβής του βαφτιστικού έχει δώσει αρκετές παραλλαγές σε πολλά ονόματα, π.χ. Κοκός<Κώστας, Μπάμπης<Χαράλαμπης, Κική<Αγγελική, Μίμης<Δημήτρης. (ΒΕΛΒ)
Λιάλιος- Από το αρβαν. λjαλjε, ο μικρότερος αδερφός αποκαλεί έτσι τον μεγαλύτερο.{ΣΗΤΡ}


Λιάμης- Από το αρβαν. λjαμε, αλώνι ή η αρβανίτικη υποκορ. εκδοχή του βαφτ. Χαράλαμπος.{ΣΗΤΡ}


Λιανός- Από το δημώδ. λιανός, ο λεπτός, λιγνός και στενός-στενόμακρος, από το μεσν. λειανός, αρχ. λείος + καταλ. –ανός. (ΛΤ)


Λιάπης- Από το αλβ. Lab-I, ο κάτοικος της Λιαπουριάς(η περιοχή γύρω από τη Χειμάρα).{ΤΟΖ}


Λιάρος- Από το ν.ε. λιάρος «ο σταχτόχρους με στίγματα»,< βλαχ.leara ”ποικιλόχρωμος, για κατσίκια, πρόβατα κτλ», αλβ.larë“ίδια έννοια με τη βλάχ.”.{ΤΟΖ}


Λιβαθινός(Λειβαθινός)- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την περιοχή Λιβαθώ (Λειβαθώ) της Κεφαλλονιάς.Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού με πλούσια ναυτική παράδοση.{ΤΠΝΜ}


Λιβανός- Η ευρεία διάδοση του επιθέτου αυτού οφείλεται στο ότι το Λιβάνιος/ Λιβανός χρησιμοποιούταν/ χρησιμοποιείται και ως βαφτιστικό.Λιγότερο πιθανές οι περιπτώσεις :i) Αυτός που εμπορεύεται λιβάνι, ή ii) από την ονομασία που δίνεται στις μαυρο-κόκκινες κατσίκες. Πβ. Ψάρρος, Λιάρος, Νταβέλης, Ρούσος κ.α. {ΣΗΤΡ}


Λίλας- Μητρων. από το θηλ. βαφτ. Λίλα,χαϊδευτικό του Αμαλια, Ευαγγελία(Ηπειρ.).{ΤΟΖ}


Λιναράς- Από το ν.ε. λινάρι,το φυτό λυνάρι,κλωστική ύλη από το λινάρι,< μτγν.λινάριον. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Λιναράς Νικόλαος το 1316 στις Σέρρες, κ.α. {GLOBG}(BZP)


Λινάρδος- Από το βαφτιστικό Λινάρδος, ελληνική μορφή του φράγκικου κύριου ονόματος Lenard,Linardo.


Λιόλιος- Λιόλιος- Το επώνυμο από μία από τις πολλές καταγεγραμμένες υποκορ. μορφές του βαφτ. Θόδωρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα. Η συγκεκριμένη απαντάται σε περιοχές όπως το Καταφύγι και τα Σιάτιστα Μακεδονίας. Σύμφωνα με τον Μπόγκα (Ι 443) το “Λιόλιος” είναι αρβανίτικη παραλλαγή του Γεώργιος. Η μια εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη.(ΒΕΛΒ){ΤΟΖ}


Λιόντος/Λόντος- Από το βαφτ.Λιόντος<Λεόντιος, ένα από τα συνηθέστερα βαφτιστικά της Παλαιολόγειας εποχής.{ΤΟΖ}


Λιόπεσης- Από το αρβαν. λιόπë, η αγελάδα.{ΣΗΤΡ}


Λιότσης- Από το αρβαν. λjότσι, ο φίλος.{ΣΗΤΡ}


Λισγάρας- Από το διαλεκτ. λισγκάρι=το σκαλιστήρι<μεσν. λισγάριον υποκορ. του λίσγος.{ΗΠΟΙΚ}


Λοβέρδος- Επώνυμο από το ιταλ. κύριο όνομα Lombardo<αρχικά όνομα εθνότητας,τν Λομβαρδών-Λογγοβάρδων.{ΚΥΘΝ}


Λογαράς/Λαγαράς- Από το μεσν. λογαράς, αυτός που λέει πολλά λόγια, ο λογάς, ή από το ν.ε. λογάρι «το χρήμα,ο θησαυρός». Ως επώνυμο τουλάχιστον από την Παλαιολόγεια εποχή, τον 14οαιώνα αναφέρονται άτομα με το επώνμο Λογαράς σε Κωνσταντινούπολη, Σέρρες. {ΤΟΖ}(ΛΔΗΜ)(BZP)


Λογοθέτης-Αξίωμα στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων· ανώτερος αυλικός. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρονται άτομα με το επώνυμο Λογοθέτης, τον 13-14οαιώνα σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα. {ΜΣΚ}(BZP)


Λοΐζος/Λουΐζος/Αλοΐζος- Από το βαφτ. Λογίζος-Λοΐζος-Αλοΐζος, <βεν.Aloiso,γαλ.Loys. Βαφτιστικό που είχε ευρεία διάδοση σε ελληνικούς πληθυσμούς(νησιά, Πελ/σο, Θεσσαλία, Μακεδ.κτλ) την περίοδο της φραγκοκρατίας και βενετοκρατίας,(ΑΝΧΜ)


Λούβαρης/Λουβιάρης- Από το δημώδ. λουβιάρης, λωβιάρης, ο λεπρός, ο έχων λούβα/λώβα, <αρχ. ουσ. λώβη, συν την κατάλ. –(ι)άρης. (ΛΔΗΜ)(ΜΣΚ)


Λουλές –Από το δημωδ. λουλές, η πήλινη εστία του ναργιλέ, στην οποία τοποθετούνται τα κάρβουνα και ο καπνός, <τουρκ.Lule{ΜΣΚ}


Λουμάκης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λουμάκι, ο παχύς και μεγαλόσωμος. Αλλού η λέξη λουμάκι έχει την έννοια του καινούργιου τρυφερού κλαδιού δένδρου, βλαστάρι, <ουσ. *λειμάκιον <αρχ. λείμαξ.{ΓΚΕ}


Λούπης-Από το ν.ε. λούπης ,αρπακτικό πτηνό, ο ικτίνος, μτγν. ουσ. λούπης (<λατ. lupus).{ΚΡΗΤ}


Λυμπέρης/Λυμπερόπουλος/Λυμπεράκος- Επώνυμο που προέρχεται από το βαφτιστικό Λυμπέρης, από το ιταλ.Libero<λατ.liber(ελευθερία).{ΚΥΘΝ}


Λώλος- Από το ν.ε. λώλος, ο παλαβός, με ανέβασμα του τόνου, όπως συμβαίνει με αρκετά επίθετα. μσν. λωλός < αρχ.ὀλωλώς(Λεξ.Τριαντ.){ΤΟΖ}

τελευταία ενημέρωση-09/12/10



Βιβλιογραφία και συντομογραφίες.

- Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, Ευθ. Μπουντώνα.,1892. (ΒΕΛΒ)

- A glossary of later and Byzantine Greek ,Evangelinus Apostolides{GLOBG}
- Alessio da Somaverra, Tesoro della lingua greca-volgare ed italiana, Παρίσι 1709. (ΘΗΣΑΥ)
- Neugriechische Studien /Gustav Meyer (MEYER)
- Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit,Erich Trapp, Hans-Veit Beyer, Ewald Kislinger, Ioannis Leontiadis (BZP)
- Vladimir Orel- Albanian Etymological Dictionary, {ALBD}
- Ανάλεκτα Ετυμολογικά ΙΙ,Χρήστος Τζιτζιλής ,Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1982-83.{ΑΝΤΖ}
- Ανθρωπωνύμια Χουμνικού, Φ.Π.Κοτζαγεώργης (ΑΝΧΜ)
- Βάσος Βογιατζόγλου,Επώνυμα της Μικρασίας,1990,(ΕΠΜΑ)
- Γ.Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας,(Λ.Μ)
- Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδος, Μιχαήλ Σταματελάτου, Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου. {ΤΠΝΜ}
- Γλωσσάριον Λέσβιον. Νεοελληνικά Ανάλεκτα: περιοδικώς εκδιδόμενα υπό του φιλολογικού συλλόγου ""Παρνασσού"" επιστασία πενταμελούς επιτροπής.τχ. 1 (1870) 385-429.{ΓΛ}
- ΓλωσσάριονΣύρου,Στέφανος, Κλων, Bulletin de Correspondance Hellénique, 3 (1879).{ΓΣ}
- Γλωσσική ύλη : Γλωσσάριον Κεφαλληνίας,Τσιτσέλης, Ηλίας Α. 1874, {ΓΚΕ}
- Δημητράκου. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης (ΛΔΗΜ)
- Διαδικτυακό λεξικό γλωσσικών ιδιωμάτων του Θέρμου και της ευρύτερης περιοχής,http://lyk-therm.ait.sch.gr/ntopiolalies/ {ΓΛΑΙΤ}
- Διορθώσεις και προσθήκες στα Γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου του Ευάγγελου Μπόγκα / Κ. Ε. Οικονόμου. {ΗΠΟΙΚ}
- Επώνυμα Ποντιακά,Δ.Η.Οικονομίδη,Εστία,1934.{ΠΕ}
- Ετυμολογικά της περιοχής Πιερίας,Ευανθία Δουγά-Παπαδοπούλου {ΕΤΥΠ}
- Ηλίας Παρδάλης-"Κοζανίτικο Λεξιλόγιο", (ΚΖΛ)
- Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον / Π. Αραβαντινού. 1909, {ΗΠΓΛ}
- Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνης, Τα κρητικά τοπωνύμια. Διήμερο επιστημονικό συνέδριο. Πρακτικά, Α΄-Β΄, Ρέθυμνο 2000{ΚΡΗΤ}
- Κ.Καραποτόσογλου, Ετυμολογικές και σημασιολογικές παρατηρήσεις σε λέξεις που αρχίζουν με ζ-,τζ- στη μεσαιωνική ελληνική,”Ελληνικά”.{ΚΕΣ}
- Κ.Καραποτόσογλου, Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νεοελληνικούς αρχαϊσμούς, ”Ελληνικά”. {ΚΕΝ}
- Κυθνιακά ήτοι της νήσου Κύθνου χωρογραφία και ιστορία μετά του βίου των συγχρόνων Κυθνίων εν ω ήθη και έθη και γλώσσα και γένη κλπ. / υπό Αντωνίου Βάλληνδα. {ΚΥΘΝ}
- Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης,Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης,(ΧΡΑΡΒ)
- Λαογραφικό Λεξικό τής Αγιασώτικης Διαλέκτου {ΛΛΑΔ}
- Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.{Λ.Τ.}
- Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), Εμμανουήλ Κριαρά.{ΜΣΚ}
- Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου ,Θανάση Π. Κωστάκη(ΤΣΑΚΛ)
- Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου / Λεωνίδα Χ. Ζώη.(ΛΞΖΑΚ)
- Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου,Deffner,Michael(ΛΞΤΣ)
- Ν. Ταχινοσλής, Μορφές του Κωνσταντίνος.{ΤΑΧΚ}
- Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού ιδια δε του της Πελοποννήσου, Π.Παπαζαφειρόπουλου,1887.{ΠΠΠ}
- Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνύμιον. Κων. Α. Άμαντος{ΠΧΓ}
- Σημειώσεις Μ.Τριανταφυλλίδη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο,{ΣΗΤΡ}
- Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών,1905- (ΣΨΘΡΑ)
- Συμβολή εις το χιακόν γλωσσάριον / υπό Κ. Αμάντου.{ΣΧΓ}
- Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς / υπό Θ. Χελδράϊχ, εκδιδόμενα υπό Σπ. Μηλιαράκη. {ΔΟΦ}
- Το Χιακόν γλωσσάριον : Ήτοι η εν Χίω λαλούμενη γλώσσα μετά τινών επιγραφών αρχαίων τε και νέων και του χάρτου της νήσου / συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης.{ΧΓΠ}
- Φ.Π.Κοτζαγεωργής- "Ανθρωπωνύμια Χουμνικού (18ος αι.)", Ελληνικά 53/2 (2003), 337-389. {ANX}
- Φαίδωνος Κουκουλές, Βυζαντινά τινα παρωνύμια.{ΦΔΚ}
- Trapp et al,Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts_bd. 1_A-K_2001 (TRAPP)
-Τοπωνυμικό Ζαγορίου / Κων. Ευ. Οικονόμου.Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. {ΤΟΖ}

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Κρεμαγιέρα και το σύστημα διεύθυνσης στο αυτοκίνητο...κάντο μόνο σου(english video)

Πώς να εγκαταστήσετε την κρεμαγιέρα και το σύστημα διεύθυνσης στο αυτοκινητο
How to Install the Power Steering Pump

Επισκευάστε τα φρένα μόνοι σας:The Complete Brake Job Series (English video)


The Complete Brake Job Series
Επισκευάστε τα φρένα του αυτοκινήτου μόνοι σας


Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

A Thousand Words


Every day: so many opportunities to connect...
What if you took just one?
Directed by Ted Chung


A Thousand Words from Ted Chung on Vimeo.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο ανέξοδος ακτιβισµός του twitter...Η επανάσταση δεν θα έρθει από τα κοινωνικά δίκτυα του Ιντερνετ



Οι «κοινότητες» των χρηστών των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης τύπου facebook και twitter είναι έξαλλοι µε τον Μάλκοµ Γκλάντγουελ. Ο δηµοσιογράφος - «προβοκάτορας» του περιοδικού «Νιου Γιόρκερ» τούς έθιξε ανεπανόρθωτα και αυτοί έσπευσαν στα µπλογκ για να υπερασπιστούν την κοινή τους πεποίθηση ότι το µέλλον τούς ανήκει.

Το επιχείρηµα που αναπτύσσει ο Γκλάντγουελ στο «Νιου Γιόρκερ» είναι µια επίθεση στην επικρατούσα ιδέα ότι τα ον-λάιν κοινωνικά δίκτυα αντιπροσωπεύουν το µέλλον των διαδηλώσεων διαµαρτυρίας και ενδεχοµένως, σε ολοκληρωτικά κράτη, το µέλλον της επανάστασης. Στο άρθρο του στο «Νιου Γιόρκερ» αναφέρθηκε στην πιο αποτελεσµατική, ίσως, µαζική διαµαρτυρία της σύγχρονης εποχής, το αµερικανικό κίνηµα για τα δικαιώµατα του πολίτη. Και υποστήριξε πως ο ακτιβισµός αυτός, ο οποίος ήταν ριζωµένος στη δύναµη της προσωπικής φιλίας και των τοπικών εµπειριών και καθοδηγούνταν µε τη δύναµη της ιεραρχίας, δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει από τους «ασθενείς δεσµούς» και τις «οριζόντιες» συνενώσεις που χαρακτηρίζουν τους ον-λάιν «φίλους». 

«Οι ζηλωτές των κοινωνικών µίντια θέλουν να πιστέψουµε πως το έργο του (Μάρτιν Λούθερ) Κινγκ στο Μπέρµιγχαµ της Αλαµπάµα θα ήταν απείρως ευκολότερο αν µπορούσε να επικοινωνεί µε τους οπαδούς του µέσω του facebook και έστελνε tweets από τη φυλακή», σηµειώνει ο Γκλάντγουελ, συγγραφέας των βιβλίων «Βlink», «Τipping Ρoint» και «Οutliers». «Οµως τα δίκτυα είναι άνω - κάτω. Σκεφτείτε τις ατελείωτες διορθώσεις, συζητήσεις και αναθεωρήσεις που χαρακτηρίζουν τη Wikipedia. Αν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχε προσπαθήσει να κάνει ένα wiki-µποϊκοτάζ στο Μοντγκόµερι, θα είχε συνθλιβεί από τη δοµή της λευκής εξουσίας. Και σε τι θα χρησίµευε άραγε ένα εργαλείο ψηφιακής επικοινωνίας σε µια πόλη όπου µπορούσε κανείς να συναντήσει το 98% της µαύρης κοινότητας κάθε Κυριακή πρωί στην Εκκλησία; Αυτά που χρειαζόταν ο Κινγκ – πειθαρχία και στρατηγική – ήταν πράγµατα που δεν µπορούν να προσφέρουν τα ηλεκτρονικά κοινωνικά µίντια». Ως παράδειγµα της συγκριτικής αναποτελεσµατικότητας του ηλεκτρονικού ακτιβισµού, ο Γκλάντγουελ επικαλείται τις εικονικές οµάδες υποστήριξης κατά την κορύφωση του εµφυλίου πολέµου στο Δυτικό Σουδάν. Η σελίδα στο facebook του Συνασπισµού Σώστε το Νταρφούρ είχε 1.282.339 µέλη, σηµειώνει· και συµπληρώσει ότι η οικονοµική δέσµευση όλων αυτών στην υπόθεση που υποστήριζαν ήταν κατά µέσο όρο 15 σεντς έκαστος… Μόνο επικοινωνία. Απ’ αυτό και από άλλα παραδείγµατα ο Γκλάντγουελ καταλήγει στο εξής συµπέρασµα: πως ενώ τα κοινωνικά δίκτυα µπορεί να είναι χρήσιµα για κάποιες µορφές επικοινωνίας – για να ενηµερώνεις γνωστούς για κοινωνικά γεγονότα ή για να εντοπίσεις έναν δότη µυελού των οστών – , δεν προωθούν τη συνειδητοποιηµένη συλλογική στράτευση, η οποία κάνει τα πρόσωπα να αναλαµβάνουν δεσµεύσεις που έχουν ως αποτέλεσµα κοινωνική αλλαγή. Οι χρήστες του facebook, υποστηρίζει, δεν είναι καταληψίες ούτε µη βίαιοι ακτιβιστές, δεν είναι καν διαδηλωτές. Η φύση του µέσου τους σηµαίνει ότι µπορούν να διαµαρτύρονται µε αµελητέο προσωπικό κίνδυνο και ως εκ τούτου µε αµελητέο αποτέλεσµα. «Οι ευαγγελιστές των κοινωνικών µίντια», καταλήγει ο Γκλάντγουελ, «φαίνεται να πιστεύουν ότι ένας φίλος στο facebook είναι το ίδιο µε έναν πραγµατικό φίλο. Τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τη συµµετοχή επειδή µειώνουν τον κόπο που η συµµετοχή αυτή απαιτεί. Με άλλα λόγια, ο ακτιβισµός του facebook πετυχαίνει όχι δίνοντας κίνητρα στους ανθρώπους για να κάνουν µια πραγµατική θυσία, αλλά δίνοντάς τους κίνητρα για να κάνουν τα πράγµατα που οι άνθρωποι κάνουν όταν δεν έχουν αρκετά κίνητρα για να κάνουν µια πραγµατική θυσία». 

«Φαίνεται πως ο Γκλάντγουελ έχει υιοθετήσει την ιδέα πως τα κοινωνικά δίκτυα δεν µπορούν να χρησιµεύσουν για να διαδώσουν τον “πυρετό” της διαµαρτυρίας ούτε για να στρατολογήσουν αυτούς που έχουν αυτό τον “πυρετό”», λέει ο Κλέι Σίρκι του Πανεπιστηµίου της Νέας Υόρκης, ο χαρισµατικός «ευαγγελιστής» της ισχύος των χρηστών του Ιντερνετ. «Οµως το περίεργο είναι πως το βιβλίο που εξήγησε περισσότερο από κάθε άλλο πώς ασθενείς δεσµοί µπορούν να εξαπλώσουν το είδος του πολιτικού πυρετού για το οποίο γράφει ο Γκλάντγουελ είναι το Τipping Ρoint που έχει γράψει ο ίδιος ο Γκλάντγουελ». 

«Η τεχνολογία δεν κάνει πιο εύκολη την αγάπη»

Μπορεί η συζήτηση για την ισχύ των ηλεκτρονικών µέσων δικτύωσης να µοιάζει σαν µια µάχη µεταξύ των ελίτ των ΜΜΕ στο Μανχάταν, όµως το θέµα είναι ευρύτερο. Το «Νιου Γιόρκερ», στο οποίο γράφει ο Γκλάντγουελ, θεωρείται το πνευµατικό σπίτι ενός είδους ανάγνωσης, γραφής και στράτευσης που µπορεί να φαίνεται ότι απειλείται από τις επιφανειακές ανησυχίες του επιφανειακού «σέρφινγκ» στο Ιντερνετ. Ο Γκλάντγουελ λέει πως δεν περνάει ποτέ πολλή ώρα στο Ιντερνετ. «Τα πράγµατα που θέλω να αναζητήσω τελειώνουν γρήγορα», εξηγεί. Και διατυπώνοντας το επιχείρηµα ότι τα κοινωνικά µίντια δεν θα χρησιµεύσουν και πολύ για να αλλάξει η κοινωνία, φαίνεται να προωθεί έναν γενικότερο σκεπτικισµό για την τεχνολογική επικοινωνία: οι σχέσεις άνευ κινδύνου που προωθεί η τεχνολογία είναι η αντίθεση της αυθεντικής, περίπλοκης ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. 

Ο διευθυντής του «Νιου Γιόρκερ» Ντέιβιντ Ρέµνικ υποστήριξε πρόσφατα πως «όσο είµαι εδώ, δεν θα αλλάξουµε αυτό που είµαστε, όσο κι αν αλλάξουν τα µέσα. Το θέµα µας είναι το διάβασµα. Η δηµοσιογραφία σε µακροσκελή µορφή … µια αίσθηση τέρψης, µια αίσθηση σοβαρότητας όταν χρειάζεται. Δεν θα παραιτηθούµε απ’ αυτά τα θεµελιώδη πράγµατα για τα οποία δεν υπάρχει τεχνολογική λύση. Η τεχνολογία θα λύσει το ενεργειακό πρόβληµα, όµως δεν θα αλλάξει και δεν µπορεί να αλλάξει τις υποκείµενες δυναµικές “ανθρώπινων” προβληµάτων: 
δεν κάνει ευκολότερο το να αγαπήσεις ή να κινητοποιηθείς ή να ονειρευτείς ή να πείσεις.

Πηγή

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

The Gladiator Graveyard : Documentary

Documentary:The Gladiator Graveyard 



Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Κίνημα Θεοδώρου Μαγκαφά


Συγγραφή : Βουγιουκλάκη Πηνελόπη (16/10/2003)
1. Ιστορικό πλαίσιο

Την περίοδο της δυναστείας των Αγγέλων η εσωτερική διάβρωση και η οικονομική δυσπραγία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που είχαν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ (976-1025), έγιναν πλέον φανερές. Οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, λόγω των σκληρών φορολογικών μέτρων που επέβαλε η κεντρική εξουσία, καθώς και των αυθαίρετων κατασχέσεων περιουσιών και των καταχρήσεων από κρατικούς υπαλλήλους και φοροεισπράκτορες, είχαν οδηγηθεί σε οικονομική εξαθλίωση, γεγονός που τους ώθησε στην απομάκρυνση από την Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο, η τοπική εξουσία εμφανιζόταν σαφώς ενισχυμένη έναντι της σχετικά αδύναμης κεντρικής, καθώς το διοικητικό σύστημα των επαρχιών στηριζόταν πλέον όλο και περισσότερο στους ντόπιους γαιοκτήμονες. Έτσι, ο Θεόδωρος Μαγκαφάς, διοικητής Φιλαδελφείας, άρχισε να αποκτά δύναμη και να συγκεντρώνει την υποστήριξη των κατοίκων της περιοχής. Οι τελευταίοι, προσδοκώντας ελάφρυνση από τα φορολογικά βάρη, προέτρεψαν τον Μαγκαφά να καταστήσει την περιοχή τους ανεξάρτητη ηγεμονία.


2. Τα στασιαστικά κινήματα του Θεοδώρου Μαγκαφά

2.1. Το κίνημα του 1188-1189

Περί το 1188 ο τοπικός αξιωματούχος και γαιοκτήμονας Θεόδωρος Μαγκαφάς (γνωστός και ως Μωροθεόδωρος), καταγόμενος από τη Φιλαδέλφεια, επιχείρησε για πρώτη φορά να εγκαθιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία στην περιοχή της Φιλαδέλφειας.1 Έχοντας την υποστήριξη των κατοίκων της πόλης και του μεγαλύτερου τμήματος της Λυδίας, καθώς και τη στρατιωτική στήριξη μεγάλου αριθμού Αρμένιων εποίκων της Τρωάδος και του Σκαμάνδρου, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ και έκοψε αργυρό νόμισμα στο οποίο χάραξε τη μορφή του.2

Ο αυτοκράτωρ Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195, 1203-1204) έλαβε μέτρα εναντίον του στασιαστή, εκστρατεύοντας τον Ιούνιο του 1189 εναντίον του. Ο Ισαάκιος πολιόρκησε τον Μαγκαφά στη Φιλαδέλφεια, αλλά σύντομα η κρίσιμη κατάσταση που επικρατούσε στις βαλκανικές επαρχίες λόγω της άφιξης των στρατιωτών της Γ΄ Σταυροφορίας ανάγκασε τον αυτοκράτορα να έλθει σε συμβιβασμό με τον στασιαστή. Πιεζόμενος από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, ο Μαγκαφάς υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον αυτοκρατορικό τίτλο και να παραδώσει τα τέκνα του ομήρους στον Ισαάκιο Β΄. Παρά ταύτα, συνέχισε να διαμένει στη Φιλαδέλφεια. Περί το 1193 ο νεοδιορισμένος δούκας του θέματος των Θρακησίων και μέγας δομέστικος Βασίλειος Βατάτζης στράφηκε εναντίον του πρώην στασιαστή, πλήττοντας τη βάση της πολιτικής του δύναμης και διασπώντας το κίνημά του. Ο Βατάτζης δωροδόκησε ορισμένους από τους οπαδούς του Μαγκαφά και συνέλαβε άλλους, υποχρεώνοντας τον Μωροθεόδωρο να εγκαταλείψει την περιοχή της Φιλαδέλφειας και να καταφύγει στους Σελτζούκους προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη.3

Ο νέος σουλτάνος του Ικονίου Καϊχοσρόης Α΄ (1192-1197, 1204/5-1211) αρνήθηκε να του παραχωρήσει στρατό, ωστόσο του επέτρεψε να στρατολογήσει Τουρκομάνους νομάδες ως μισθοφόρους για να διεκδικήσει και πάλι τα εδάφη που είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει. Έτσι, το 1195-1196 ο Μαγκαφάς επέστρεψε στα βυζαντινά εδάφη και επιδόθηκε σε σειρά επιδρομών στις περιοχές της κοιλάδας του Μαιάνδρου στη Φρυγία, των Χωνών και της Καρίας, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Μάλιστα, στις Χώνες επέτρεψε στους Τουρκομάνους μισθοφόρους να λεηλατήσουν τον περίφημο ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ και να καταστρέψουν την ψηφιδωτή διακόσμησή του. Στα τέλη του 1196 ο νέος αυτοκράτωρ Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) δωροδόκησε τον Καϊχοσρόη προκειμένου να του παραδώσει τον Μαγκαφά, με τη συμφωνία ότι δεν θα θιγόταν η σωματική του ακεραιότητα. Ο στασιαστής οδηγήθηκε στη φυλακή.4

2.2. Το κίνημα του 1204-1205

Ο Μαγκαφάς επανεμφανίσθηκε στο προσκήνιο το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, επιχειρώντας για δεύτερη φορά να εγκαθιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία στη Φιλαδέλφεια.5 Σε αυτές τις επιδιώξεις του βρήκε αντιμέτωπο τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι, αυτοκράτορα της Νίκαιας, ο οποίος προσπαθούσε την περίοδο εκείνη να επιβάλει τη νομιμότητα της διαδοχής του στη δυτική Μικρά Ασία. Ωστόσο, αυτή τη φορά ο μισθοφορικός στρατός του Μικρασιάτη στασιαστή δεν υπέστη την αποφασιστική ήττα από βυζαντινά στρατεύματα, αλλά από τις δυνάμεις του Ερρίκου της Φλάνδρας (Henri de Flandres et Hainault, 1206-1216), μετέπειτα Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Σε μάχη κοντά στο Αδραμύττιον (19 Μαρτίου 1205) οι ασύντακτες δυνάμεις του Μαγκαφά διαλύθηκαν από το εκστρατευτικό σώμα των Δυτικών ιπποτών και ο ίδιος αναγκάστηκε και πάλι να τραπεί σε φυγή. Όταν ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις πληροφορήθηκε την ήττα του Μαγκαφά, προχώρησε στην ενσωμάτωση των κτήσεων του τελευταίου στο κράτος της Νίκαιας. Με τον τρόπο αυτόν έληξε οριστικά το στασιαστικό κίνημα του Θεοδώρου Μαγκαφά.

3. Συνέπειες

Τα κινήματα του Μαγκαφά, εντασσόμενα στο γενικότερο πλαίσιο των αυτονομιστικών κινημάτων που ξέσπασαν τον 11ο και τον 12ο αιώνα, συνέβαλαν στην επιδείνωση των προβλημάτων στην εσωτερική διάρθρωση του κρατικού μηχανισμού και την άμυνα απέναντι στις εξωτερικές απειλές. Εξασθενημένη πλέον και από αυτές τις εσωτερικές διασπαστικές κινήσεις, αλλά και από τις συνεχόμενες εξωτερικές επιθέσεις, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπεσε το 1204 στα χέρια των Δυτικών.

Ωστόσο, ακόμα και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Λατίνους, το κίνημα του Θεοδώρου Μαγκαφά συνέχισε να προκαλεί προβλήματα στον Θεόδωρο Λάσκαρι. Όπως και τα άλλα αυτονομιστικά και στασιαστικά κινήματα που είχαν ξεσπάσει στις επαρχίες την περίοδο εκείνη, δυσκόλεψε το έργο του αυτοκράτορα της Νίκαιας να εδραιώσει τον έλεγχό του στη δυτική Μικρά Ασία. Η κατάσταση αυτή άλλαξε μόλις την περίοδο της βασιλείας του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, ο οποίος έλαβε αυστηρά μέτρα για την ενίσχυση της κρατικής εξουσίας και τον έλεγχο της αυλικής αριστοκρατίας και των επαρχιακών αρχόντων, δύο από τους βασικούς παράγοντες γένεσης των αυτονομιστικών και στασιαστικών κινημάτων.

Σημειώσεις:
1. Ο Σαββίδης, Α.Γ.Κ., Βυζαντινά στασιαστικά και αυτονομιστικά κινήματα στα Δωδεκάνησα και τη Μικρά Ασία, 1189-1240 μ.Χ.: Συμβολή στη μελέτη της υστεροβυζαντινής προσωπογραφίας και τοπογραφίας την εποχή των Αγγέλων, των Λασκαρίδων της Νίκαιας και των Μεγαλοκομνηνών του Πόντου (Αθήνα 1987), σελ. 174, υποστηρίζει ότι η πρώτη προσπάθεια του Θεοδώρου Μαγκαφά να επιβληθεί ως ανεξάρτητος ηγεμών στη Φιλαδέλφεια σημειώθηκε τη χρονική περίοδο 1189-1190.

2. Ένας θησαυρός αργυρών νομισμάτων που βρέθηκε στην Αφροδισιάδα της Καρίας αποδίδεται από τον Hendy, M.F., Studies in the Byzantine Monetary Economy c. 300-1450 (Cambridge 1985), σελ. 438, υποσ. 302, στον Θεόδωρο Μαγκαφά, ενώ ο Pochitonov, E., “Théodore-Pierre Asène ou Théodore Mancaphas?”, Byzantinoslavica 42 (1981), σελ. 52-57, τα αποδίδει στον Βούλγαρο ηγεμόνα Πέτρο Ασάν.

3. Ο Σαββίδης, Α.Γ.Κ., Βυζαντινά στασιαστικά και αυτονομιστικά κινήματα στα Δωδεκάνησα και τη Μικρά Ασία, 1189-1240 μ.Χ.: Συμβολή στη μελέτη της υστεροβυζαντινής προσωπογραφίας και τοπογραφίας την εποχή των Αγγέλων, των Λασκαρίδων της Νίκαιας και των Μεγαλοκομνηνών του Πόντου (Αθήνα 1987), σελ. 175, υποστηρίζει ότι ο Βασίλειος Βατάτζης εστάλη εναντίον του στασιαστή στις αρχές του 1190. Την ίδια άποψη υποστηρίζει και ο Cheynet, J.-C., “Philadelphie, un quart de siècle de dissidence, 1182-1206”, στο Philadelphie et autres études (Byzantina Sorbonensia 4, Paris 1984), σελ. 47.

4. Ο Cheynet, J.-C., Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210) (Byzantina Sorbonensia 9, Paris 1990), σελ. 135, υποστηρίζει ότι ο Θεόδωρος Μαγκαφάς φυλακίστηκε την περίοδο εκείνη, ενώ τοποθετεί χρονικά την αποφυλάκισή του το έτος 1200. Την άποψη του Cheynet για φυλάκιση του στασιαστή ακολουθεί και ο Brand, C.M., “Mankaphas, Theodore”, στο Kazhdan, A. (ed.), The Oxford Dictionary of Byzantium 2 (New York – Oxford 1991), σελ. 1286.

5. O Angold, M., A Byzantine Government in Exile: Government and Society under the Lascarids of Nicaea (1204-1261) (Oxford 1975), σελ. 61, υποστηρίζει ότι ο Μαγκαφάς είχε γίνει κύριος της Φιλαδέλφειας την άνοιξη του 1205 και ότι συνεργαζόταν στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις εναντίον των Λατίνων με τον Κωνσταντίνο Λάσκαρι, αδελφό του Θεοδώρου Α'. Αντίθετα, ο Οικονομίδης, Ν., « Η Δ' Σταυροφορία και η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, 1204», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 9 (Αθήνα 1980), σελ. 39, υποστηρίζει ότι ο Θεόδωρος Μαγκαφάς κατόρθωσε, με τη συμπαράσταση των Φιλαδελφέων, να ανακηρυχθεί ανεξάρτητος δυνάστης για δεύτερη φορά το 1203.

Για παραπομπή: Βουγιουκλάκη Πηνελόπη, «Κίνημα Θεοδώρου Μαγκαφά», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Ποιος δολοφόνησε τον Τζορτζ Πολκ; (Θεσσαλονίκη Μάϊος 1948)


Του Γιάννη Ράγκου

Οι Βρετανοί και η Intelligence Service

Η πιο διαδεδομένη εκδοχή, μετά την αποκάλυψη της σκευωρίας σε βάρος του Στακτόπουλου, είναι πως οι οργανωτές και οι δράστες της δολοφονίας είναι Βρετανοί. Κύριος υποστηρικτής της ήταν ο δημοσιογράφος Κ. Χατζηαργύρης, ο οποίος στο βιβλίο του «Η υπόθεση Πολκ – Ο ρόλος των ξένων υπηρεσιών στην Ελλάδα» αναφέρει ότι «η παξ μπριτάνικα κατέρρεε τότε στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι είχαν διωχτή από την Ελλάδα και την Τουρκία. Έβλεπαν πως στόχος των Αμερικανών ήταν το πετρέλαιο. Φυσικά, ήταν αντικομμουνιστές και οι δύο. Μα είχαν και τις πολύ έντονες διαφορές τους, (…) που τότε, το 1948, προκάλεσαν δύο μυστηριώδεις φόνους, περίπου ταυτόχρονα, του Ουάσον στην Ιερουσαλήμ, του Πολκ στη Θεσσαλονίκη. Φόνους υπολογισμένους να φέρουν δυσκολίες σ’ όλους, τους αμερικανούς, την επίσημη Ελλάδα, μα και το σοσιαλιστικό κόσμο επίσης, που τότε οι σχέσεις του με την Αγγλία ήταν εξαιρετικά τεταμένες».


Την εκδοχή αυτή ενισχύει το γεγονός πως ο τελευταίος άνθρωπος που είδε ζωντανό τον Πολκ ήταν ο προϊστάμενος του Τμήματος Τύπου του Βρετανικού Γενικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη (και σύμφωνα με ορισμένες πηγές πράκτορας της Intelligence Service) Ράντολ Κόουτ, καθώς και το γεγονός ότι κατά τη νεκροτομή του πτώματος του Πολκ βρέθηκαν στο στομάχι του υπολείμματα γεύματος αποτελούμενο από αστακό και μπιζέλια, κάτι που όπως αναφέρει ο Κ. Χατζηαργύρης αποτελεί κλασική αγγλοσαξονική κουζίνα! Αξίζει να σημειωθεί, εδώ, ότι το στοιχείο βάρυνε σημαντικά στο κατηγορητήριο, αφού σύμφωνα με αυτό το βράδυ του φόνου ο Πολκ συνάντησε τους μετέπειτα δολοφόνους του (Στακτόπουλο κ.α.) στο εστιατόριο «Λουξεμβούργο» όπου έφαγε το συγκεκριμένο γεύμα. Μόνο που εκείνη τη μέρα το εστιατόριο δεν σέρβιρε τέτοιο φαγητό, γεγονός που απεκρύβη σε όλα τα στάδια της προανακριτικής, ανακριτικής και δικαστικής διαδικασίας.

Επιπλέον, σημαντικά ερωτηματικά αφήνει το γεγονός πως ο Κόουτ έφυγε αιφνιδιαστικά από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Μαΐου (δηλαδή, πριν από την αποκάλυψη του πτώματος του Πολκ) και αργότερα μετατέθηκε στο Όσλο της Νορβηγίας, ενώ μετά την αναχώρησή του από την πόλη το γραφείο πληροφοριών του βρετανικού προξενείου έκλεισε και έκτοτε δεν λειτούργησε ποτέ ξανά.

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, η δολοφονία σχεδιάστηκε, οργανώθηκε και εκτελέστηκε στην Θεσσαλονίκη, ο στόχος δεν ήταν ο Πολκ προσωπικά, αλλά κάποιος δημοσιογράφος με τις δικές του… προδιαγραφές (απλώς ο Πολκ έπεσε στην παγίδα), ενώ ο Κόουτ ήταν ο μόνος που είχε συμφέρον και δυνατότητα να το κάνει.

Οι Αμερικανοί

Το 1992 ο δημοσιογράφος-ερευνητής Φ. Οικονομίδης στο βιβλίο του «Πόλεμος, διείσδυση και προπαγάνδα», μετά από έρευνα που πραγματοποίησε σε αρχεία των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και σε ελληνικές πηγές, υποστήριξε σθεναρά την άποψη πως πίσω από τη δολοφονία κρύβονται οι Αμερικανοί «σε συνεργασία με τμήματα του ελληνικού και βρετανικού κατεστημένου». Ο συγγραφέας κατονομάζει ως οργανωτή της δολοφονίας του Πολκ τον αμερικανό συνταγματάρχη Χάρβει Σμιθ, στρατιωτικό ακόλουθο της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο οποίος ταξίδευσε με τον δημοσιογράφο από την Αθήνα και τον έπεισε να καταλύσει στο ξενοδοχείο «Αστόρια» της Θεσσαλονίκης (και όχι στο «Κοσμοπολίτ», όπως εκείνος είχε αρχικώς σχεδιάσει), το οποίο εκείνη την περίοδο αποτελούσε το κύριο κατάλυμα Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματικών και φυλάσσονταν νυχθημερόν από άντρες της ΕΣΑ.

Κατά τον Φ. Οικονομίδη, οι κύριοι λόγοι της δολοφονίας είναι τέσσερις: Πρώτον «στις αρχές του 1948 η αμερικανική ηγεσία προσδιόρισε την Ελλάδα του εμφυλίου πολέμου σαν τον ‘πειραματικό σωλήνα’ (test tube) όπου θα μπορούσε να επωασθεί και ν’ αναπτυχθεί ένα παγκόσμιο αντικομμουνιστικό μοντέλο (…). Το αμερικανικό πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο αποφάσισε να ρίξει όλο του το βάρος στον ελληνικόν εμφύλιο πόλεμο, με αποκλειστικό στόχο την με κάθε θυσία νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων. Αυτή η νίκη θ’ αποτελούσε την πρώτη επίδειξη δύναμης των ΗΠΑ στο μεταπολεμικό κόσμο και σαφή προειδοποίηση προς το κομμουνιστικό στρατόπεδο (…) Αντιθέτως, ο Τζορτζ Πολκ επεδίωκε την προώθηση μιας ειρηνικής διευθέτησης του ελληνικού προβλήματος (σ.σ.: μια συνέντευξη του Μ. Βαφειάδη στο CBS -που άκουγαν περίπου 25 εκ. ακροατές- με προτάσεις «ειρήνευσης και συμφιλιώσεως» είναι πιθανό να γινόταν ευνοϊκά δεκτή από την κοινή γνώμη και το Κογκρέσο στις ΗΠΑ, κάτι που θα δυσχέραινε τα σχέδια της αμερικανικής κυβέρνησης). Δεύτερον, «και το αντίπαλο σοβιετικό στρατόπεδο επικέντρωνε, για διαφορετικούς λόγους, την προσοχή του πάνω στις ελληνικές εξελίξεις, έτσι που η Ελλάδα έμπαινε στο στόχαστρο της παγκόσμιας προσοχής». Τρίτον, «η Θεσσαλονίκη ήταν η πρωτεύουσα (…) μιας μεγάλης περιοχής που συνόρευε με τρεις διαφορετικές χώρες του σοβιετικού μπλοκ, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. (…) Η Β. Ελλάδα ήταν το κρίσιμο σημείο μιας ενδεχόμενης γενικευμένης ένοπλης σύγκρουσης στα Βαλκάνια, αλλά και το μεγάλης στρατηγικής σημασίας γεωγραφικό σημείο για τη διείσδυση και ανάπτυξη της προπαγάνδας ενός αμερικανικού δικτύου με κατεύθυνση τις ‘Λαϊκές Δημοκρατίες’ των Βαλκανίων. Αλλά η περιοχή της Β. Ελλάδας ήταν την ίδια στιγμή και το ασθενές σημείο της δυτικής επιρροής, γιατί είχε μια μεγάλης έκτασης συνοριακή γραμμή, που σε περίπτωση πολέμου δεν θα μπορούσε να κρατηθεί εύκολα». Και τέταρτον, επειδή «εδώ ήταν και το πιο πρόσφορο σημείο (…) να δοθεί ένα υποδειγματικό, παραδειγματικό και προειδοποιητικό χτύπημα προς το δημοσιογραφικό κόσμο, εκείνον τουλάχιστον που αρνείτο να ακολουθήσει τη νέα αμερικανική παγκόσμια πολιτική του ψυχρού πολέμου στη Σοβιετική Ένωση».

Έλληνες παρακρατικοί

Η βραβευμένη Αμερικανίδα δημοσιογράφος Κάτι Μόρτον (Kati Marton), εξέδωσε το 1990 το βιβλίο «The Polk Conspiracy», στο οποίο επικαλούμενη απόρρητα έγγραφα της CIA, του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, υποστηρίζει πως φυσικός αυτουργός της δολοφονίας ήταν ένας παρακρατικός από τον Πειραιά και ηθικός αυτουργός ο τότε υπουργός Εξωτερικών και αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος Κωνσταντίνος Τσαλδάρης.

Σύμφωνα με αυτό το «σενάριο», λίγο καιρό πριν από τη δολοφονία του, ο Πολκ έλαβε ένα ανώνυμο γράμμα από υπάλληλο της αμερικανικής τράπεζας Chase National Bank στο οποίο υπήρχαν στοιχεία πως ο Τσαλδάρης υπεξαιρούσε χρήματα της αμερικανικής βοήθειας και τα τοποθετούσε σε προσωπικό του λογαριασμό στην εν λόγω Τράπεζα. Ο Πολκ συνάντησε τον Τσαλδάρη και του ανέφερε το θέμα, λέγοντάς του πως τυχόν αποκάλυψη του θέματος θα του στερούσε την εξουσία, ενώ σχετικές αναφορές (χωρίς να κατονομάζει το πρόσωπο) είχε κάνει και σε συναδέλφους του. Τότε, δόθηκε εντολή στον Πειραιώτη Μιχάλη Κουρτέση να ανέβει στην Θεσσαλονίκη και με τη σύμπραξη κάποιου ντόπιου εκτελεστή να δολοφονήσει τον Αμερικανό δημοσιογράφο.

Για να στηρίξει την άποψή της, η Κ. Μόρτον επικαλείται στοιχεία από την έκθεση που συνέταξε το 1952 ο αμερικανός αντισμήναρχος (ελληνικής καταγωγής) Τζέιμς Κέλις, βοηθός του συμβούλου της «επιτροπής Λίπμαν» Γ. Ντόνοβαν. Ο Τζ. Κέλις είχε εργαστεί στην υπόθεση για περίπου 45 ημέρες (τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1948), διάστημα στο οποίο όπως σημειώνει ο ίδιος «συμπλήρωσα μια λίστα με 10 υπόπτους. Σ΄ αυτή τη λίστα υπήρχαν μερικοί αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης». Η Μόρτον σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις της δήλωσε πως στη λίστα αυτήν βρισκόταν και το όνομα του Τσαλδάρη, ενώ υποστηρίζει -όπως και αρκετοί άλλοι μελετητές- ότι όταν ο Τζ. Κέλις έφτασε κοντά στην αλήθεια, τότε ο προϊστάμενός του Γ. Ντόνοβαν φρόντισε να τον απομακρύνει.


Ακόμα, την εκδοχή που υποστηρίζει η Μόρτον ενισχύει και η μεταγενέστερη μαρτυρία της συζύγου του Πολκ, Ρ. Κοκκώνη, η οποία αναφέρει πως ο άνδρας της είχε ανησυχίες μετά τη συνάντησή του με τον Τσαλδάρη και ότι συχνά δεχόταν απειλές από «δεξιούς».

Στη δράση Ελλήνων, παρακρατικών και μη, καθώς και Αμερικανών αξιωματούχων στην Ελλάδα, που έκαναν λαθρεμπόριο προϊόντων τα οποία προέρχονταν από την αμερικανική βοήθεια, αποδίδουν τη δολοφονία του Πολκ και οι συγγραφείς Ηλ. Βλάντον και Ζ. Μέτγκερ στο βιβλίο τους «Who killed George Polk?» Χωρίς να αποκλείουν άλλες πιθανές εκδοχές, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Πολκ είχε ανακαλύψει αρκετά στοιχεία για το κύκλωμα αυτό, άλλωστε σε πολλές ανταποκρίσεις του από την Ελλάδα είχε κάνει λόγο για «διεφθαρμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους, που κλέβουν ασύστολα τη βοήθεια που στέλνουν οι Αμερικανοί στον ελληνικό λαό (…)» Έτσι, ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη προκειμένου να αναζητήσει και να συναντήσει κάποιους από τους παρακρατικούς αυτούς (σ.σ.: στην εκδοχή αυτή, η επιθυμία του για μια συνέντευξη με τον Μ. Βαφειάδη, είχε περάσει σε εκείνη τη φάση σε δεύτερη μοίρα) κι όταν τους βρήκε εκείνοι τον πήγαν στην ταβέρνα «Πίνδος» στην περιοχή της Νέας Κρήνης. Ιδιοκτήτης της ταβέρνας ήταν ο Ζήσης Νίκτσας, μικροαπατεώνας και παλαιότερα καταχραστής δημοσίου χρήματος, ο οποίος ήταν ενταγμένος σε μια παρακρατική ομάδα και κυκλοφορούσε σχεδόν πάντα ένοπλος. Σύμφωνα με το «σενάριο» αυτό, οι παρακρατικοί πρόσφεραν στον Πολκ γεύμα από αστακό και μπιζέλια (στην περιοχή υπήρχαν πολλοί αστακοί, που αποδεδειγμένα δεν έλειπαν από το «μενού» της ταβέρνας) και όταν κατάλαβαν πόσα γνώριζε σχετικά τον δολοφόνησαν, μετέφεραν το πτώμα του με μια βάρκα στα ανοικτά του λιμανιού και εκεί το πέταξαν στη θάλασσα. Δεν είναι βέβαιο ότι τον φόνο διέπραξε ο Νίκτσας, ωστόσο ήταν σίγουρα συνεργός. Κατόπιν, οι δολοφόνοι ενημέρωσαν την τοπική ηγεσία της Χωροφυλακής (με την οποία είχαν στενούς δεσμούς), η οποία βρήκε την ευκαιρία να «στήσει» τη θεωρία των κομμουνιστών δραστών. Πριν την αποκάλυψη του πτώματος, το δωμάτιο του Πολκ παραβιάστηκε, κλάπηκαν χαρτιά, έγγραφα και φάκελοι με σημειώσεις του για το θέμα του λαθρεμπορίου, ενώ πλαστογραφήθηκε και η υπογραφή του σε επιστολή που φέρεται να ετοιμαζόταν να στείλει στους προϊσταμένους στο CBS (εμφανίστηκε, αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης), στην οποία υποτίθεται πως δήλωνε την επιθυμία του να πάει «στο βουνό» για να συναντήσει τον Μ. Βαφειάδη.

Μέση Ανατολή και Σοβιετικοί

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο σκηνοθέτης Γρ. Γρηγοράτος πραγματοποίησε (με συνεργάτες) έρευνα 2,5 ετών για τις ανάγκες της ταινίας-ντοκιμαντέρ του «Ο φάκελος Πολκ στον αέρα». Στην ταινία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται το στοιχείο πως ίσως ο Πολκ δολοφονήθηκε από πράκτορες κάποιας άλλης δύναμης (όχι Βρετανούς ή Αμερικανούς, δηλαδή) εξαιτίας ενός βιβλίου (με τίτλο: «Το μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής») που ετοίμαζε για την περιοχή (και τα πετρέλαια) της Μέσης Ανατολής -ο Πολκ προτού έρθει στην Ελλάδα, κάλυπτε το θέμα της πετρελαϊκής διαμάχης στο χώρο του Ιράν και αργότερα τον πόλεμο μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων- και στο οποίο (φέρεται ότι) θα έκανε σημαντικές αποκαλύψεις.


Ακόμα, ο Στ. Ξύδης, καθηγητής στο Hunter College του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, σε άρθρο του στο περιοδικό «Southern Europe (L’ Europe du Sud)» (τομ. 2, αριθ. 2 [1975]), διατυπώνει την (εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί) άποψη πως τον Πολκ δολοφόνησε πράγματι ο Κόουτ, ώστε να εκτεθούν οι Αμερικανοί, μόνο που ο Κόουτ ήταν στην πραγματικότητα πράκτορας των Σοβιετικών και στενός συνεργάτης του επίσης διπλού πράκτορα Βρετανού Κιμ Φίλμπι, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον συντάκτη του άρθρου, το σχέδιο εξυφάνθηκε στην Κωνσταντινούπολη (ο Φίλμπι είχε συναντήσει εκεί τον Πολκ σε κάποιο από τα ταξίδια του δεύτερου) και εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, ώστε οι Σοβιετικοί να εκθέσουν ταυτόχρονα τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς!

Περισσότεροι παράγοντες

Τέλος, μια άποψη που έχει διατυπωθεί από ορισμένους ερευνητές και κυρίως τον Έντμουντ Κήλυ στο βιβλίο του «Φόνος στον Θερμαϊκό» κάνει λόγο για τη συνέργεια περισσότερων του ενός παραγόντων στη διάπραξη του εγκλήματος. Χωρίς να γίνεται σαφής αναφορά στον ενδεχόμενο δράστη, ο Εντ. Κήλυ γράφει χαρακτηριστικά: «Αυτό που φαίνεται να συνέβη στην υπόθεση Πολκ είναι ότι άνθρωποι (σ.σ.: κυβερνητικοί αξιωματούχοι της Ελλάδας, αστυνομικοί, Έλληνες και ξένοι στρατιωτικοί, διπλωμάτες, μυστικές υπηρεσίες, ανεξάρτητοι ερευνητές κ.α.) από διαφορετικές χώρες (σ.σ.: την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία), ταγμένοι αντικομμουνιστές κι επίσης ένθερμοι υποστηρικτές της μυστικής δράσης (…), συνεργάστηκαν την κατάλληλη στιγμή για να προωθήσουν, στο όνομα του συλλογικού εθνικού συμφέροντος, μια λύση που καταστρώθηκε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κρυφά (…) και η οποία επέβαλε μια καθολική συμφωνία ότι δεν αρκούσε ο πρόθυμος παραμερισμός της καχυποψίας για να σταθεί η λύση, αλλά επιπλέον απαιτούσε και τον πρόθυμο παραγνωρισμό των ατομικών δικαιωμάτων και έναν συνεργάσιμο Τύπο για να επιβληθεί (…) Τι ήταν αυτό που επέτρεψε στις ανομοιογενείς αυτές αρχές να συνεργαστούν τελικά στην προώθηση μιας απεχθούς λύσης σε ένα προβληματικό έγκλημα και μετά να κουκουλώσουν αυτή τη λύση, ώστε να παραμείνει λίγο-πολύ συγκαλυμμένη επί χρόνια; (…) Μέρος της απάντησης πρέπει να είναι το γεγονός ότι οι τρεις χώρες είχαν μια κοινή αντίληψη περί εθνικού συμφέροντος απέναντι σε έναν κοινό εχθρό. (…) Ένα άλλο μέρος της απάντησης (…) έγκειται στη σύγκλιση των προκατειλημμένων και μεροληπτικών απόψεων που εισήγαγαν στην υπόθεση Πολκ οι διάφορες υπηρεσίες. Από την ελληνική πλευρά, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ταύτιζαν τον πατριωτισμό με τον αντικομμουνισμό (…)˙ από την αμερικανική πλευρά, με ανάλογο τρόπο, οι περισσότεροι αξιωματούχοι ταύτιζαν το εθνικό τους συμφέρον με τον αντικομμουνισμό (…). Και ο ψυχρός πόλεμος είχε αρχίσει, εδώ και λίγο καιρό, να επηρεάζει και τους βρετανούς με συναφή τρόπο, αν και στο εσωτερικό τους μέτωπο υπήρχε ίσως μεγαλύτερος διχασμός (…)».

Επίλογος

Στη μνήμη του Τζ. Πολκ, ήδη από το 1949 το Long Island University στη Νέα Υόρκη καθιέρωσε τα ομώνυμα δημοσιογραφικά βραβεία (George Polk Award), τα οποία θεωρούνται από τα σημαντικότερα του είδους τους στις ΗΠΑ και με τα οποία έχουν βραβευτεί μερικοί από τους σπουδαιότερους αμερικανούς δημοσιογράφους του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου.

Σήμερα, η υπόθεση παραμένει ουσιαστικώς ανοικτή. Παρά τα στοιχεία που έχουν έρθει, εν τω μεταξύ, στο φως, καμιά θεωρία δεν δείχνει ακαταμάχητη, έστω κι αν κάποιες από αυτές μοιάζει να πλησιάζουν περισσότερο στην αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση, η «υπόθεση Πολκ» αποτελεί στις μέρες μας ένα από τα μεγαλύτερα (πολιτικά και ποινικά) αινίγματα του μεταπολεμικού κόσμου.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

1. Γρηγόρης Στακτόπουλος: ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΟΛΚ – Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (δεύτερη έκδοση), εκδ. Γνώση, Αθήνα 1988

2. Κώστας Χατζηαργύρης: Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΟΛΚ, Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, εκδ. Ειρήνη, Αθήνα 1988

3. Kati Marton: THE POLK CONSPIRACY (MURDER AND COVER-UP IN THE CASE OF CBS NEWS CORRESPONDENT GEORGE POLK), εκδ. Farrar, Straus & Giroux, ΗΠΑ 1990

4. Έντμουντ Κήλυ: ΦΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΘΕΡΜΑΪΚΟ (ΥΠΑΤΟΙ, ΠΡΑΙΤΩΡΕΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΟΛΚ), εκδ. Γνώση, Αθήνα 1991

5. Φοίβος Οικονομίδης: ΠΟΛΕΜΟΣ, ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ, εκδ. Ορφέας, Αθήνα 1992

6. Κώστας Παπαϊωάννου: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ’48) – ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΖΩΡΤΖ ΠΟΛΚ, εκδ. Το Ποντίκι, Αθήνα 1993

7. Elias Vlanton with Zak Mettger: WHO KILLED GEORGE POLK? THE PRESS COVERS UP A DEATH IN THE FAMILY, εκδ. Temple University Press, Φιλαδέλφεια (ΗΠΑ) 1996

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 66, Οκτώβριος 2007.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011