Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Η΄΄Πράξη Υποτέλειας΄΄ της Ελλάδας προς την Αγγλία το 1825

Η έκκληση προστασίας της Ελλάδας προς την Αγγλία, έχει χαρακτηριστεί κι έχει μείνει γνωστή μέχρι σήμερα ως πράξη υποτέλειας ή υποταγής. Ο βαρυσήμαντος αυτός χαρακτηρισμός δόθηκε από αρκετούς

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Λόχος Αμαζόνων (1787)


Το ιστορικό πλαίσιο και η δημιουργία του λόχου

Η συγκρότηση του ελληνικού Λόχου των Αμαζόνων (1787) είναι συνδεδεμένη με το περιώνυμο «Ελληνικό σχέδιο» της Αικατερίνης Β΄ και, ειδικότερα, με το οδοιπορικό της στην Ταυρίδα, το οποίο διοργανώθηκε προκειμένου η Ρωσία να καταδείξει σε Αγγλία και Γαλλία την πολεμική της ισχύ και ετοιμότητα στον ενδεχόμενο πόλεμο με την υψηλή πύλη στη Μαύρη Θάλασσα. Επισήμως, ως λόγος του πολυδάπανου και με κάθε λεπτομέρεια σχεδιασμένου ταξιδιού,1 που είχε διάρκεια από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 1787, προβλήθηκε η έντονη επιθυμία της αυτοκράτειρας Αικατερίνης να γνωρίσει από κοντά την ανορθωμένη οικονομική και αμυντική κατάσταση της νεοαποκτημένης νοτιορωσικής περιοχής. Στην επίσημη συνοδεία της αυτοκράτειρας συμμετείχαν, εκτός από την πολυπληθή υψηλή ακολουθία της, ως προσκεκλημένοι και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάος-Αύγουστος Πονιατόφσκι και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας Ιωσήφ Β΄.



Ο Γρηγόριος Ποτέμκιν, που βρισκόταν στην Πετρούπολη για το σχεδιασμό και την προετοιμασία του ταξιδιού στα εδάφη της Νεορωσίας, μεταξύ άλλων εκθείασε στην Αικατερίνη τη ναυτική θωράκιση της Σεβαστούπολης και το νεοσύστατο πολεμικό στόλο της Μαύρης Θάλασσας και επαίνεσε με θερμότατα λόγια το υψηλό πολεμικό φρόνημα των Ελλήνων,2 υπερβάλλοντας ακόμη και για τις συζύγους τους. Η Αικατερίνη εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες αναφορικά με το υπερτονισμένο αξιόμαχο των γυναικών, θεωρώντας υπερβολική τη διατυπωθείσα άποψη. Ο Ποτέμκιν, προκειμένου να μη διαψευστεί στην αυτοκράτειρα, θυμήθηκε το μυθολογικό φύλο των πολεμοχαρών γυναικών που μάχονταν έφιππες και διοικούνταν από βασίλισσα και έστειλε από την Πετρούπολη επείγουσα διαταγή στο συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Γεωργίου Ζαπόνη (Τσαπόνη, Κωνσταντίν Γκεόργκεβιτς, 1759-1829),3 πρώτο διοικητή του Ελληνικού Τάγματος της Μπαλακλάβα, να στρατολογήσει τάχιστα Ελληνίδες από την ομώνυμη παροικία με σκοπό τη συγκρότηση ξεχωριστού γυναικείου έφιππου λόχου. Ο Κωνσταντίνος Ζαπόνης σε συνεννόηση με το φίλο του, τον παλαιό, έμπειρο αντισυνταγματάρχη του Τάγματος της Μπαλακλάβα Πάβελ Σαράντοβ (Παύλο Σαράντη, Σαραντηνό), που τότε ήταν επιφορτισμένος με την εκτέλεση καθηκόντων δημόσιας τάξης στο Καρασού Μπαζάρ και το Μπαχτσί Σαράι, κάλεσαν όλες τις συζύγους και θυγατέρες των ανδρών του Τάγματος της Μπαλακλάβα να στρατευτούν υπό τη διοίκησή τους.

Η προσέλευση των γυναικών υπήρξε αθρόα και η αριθμητική δύναμη του λόχου απαρτίστηκε από μία εκατοντάδα συζύγων και θυγατέρων των «πολεμικών» Ελλήνων της Μπαλακλάβα, οι οποίες δήλωναν «ευγενούς καταγωγής». Επικεφαλής του λόχου ορίστηκε η τριαντατριάχρονη Ελένη Ιβάνοβνα Σαραντόβα, σύζυγος του Έλληνα Ιωάννη Σαράντη, ο οποίος, καθώς υπήρξε έμπιστος και προστατευόμενος του Ποτέμκιν μετά την αποστράτευσή του, με ισχυρό συστατικό έγγραφο του πολιτικού και στρατιωτικού του προϊσταμένου διορίστηκε σύμβουλος στο Δικαστήριο της Κριμαίας.4

Κατά τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο 1787 πραγματοποιήθηκαν εντατικές στρατιωτικές προγυμνάσεις και οι γυναίκες εξασκήθηκαν με επάρκεια στην ιππασία, την ξιφομαχία, τη σκοποβολή και ομοβροντία πυροβόλων όπλων. Στις 24 Μαΐου (4 Ιουνίου) 1787, όταν η Αικατερίνη με τη συνοδεία της αναχωρούσαν από τη Σεβαστούπολη, όπου είχαν επιθεωρήσει τις ναυτικές υποδομές, και κατευθύνονταν προς το Μπαλακλάβα, στην είσοδο του πλησιέστερου χωριού Καντίκιοϊ, ώρα εννέα το πρωί, έτυχαν επίσημης υποδοχής5 από το νεοσύστατο γυναικείο λόχο. Εκατό έφιππες, αρματωμένες με μακρύκαννα τουφέκια «Αμαζόνες» ήταν αμφίπλευρα παραταγμένες στην τεχνητή από πορτοκαλιές, λεμονιές και δάφνες δεντροστοιχία. Η δεντροστοιχία είχε μήκος τρία-τέσσερα βέρστια, ήταν στρωμένη με φύλλα δάφνης και κατέληγε σε μεγαλοπρεπή θολωτή σκηνή εκστρατείας. Στο σημείο αυτό ο Λόχος των Αμαζόνων συνενώθηκε με τους συναθροισμένους από τη γειτονική Μπαλακλάβα ομοεθνείς μετοίκους, «ειρηνικούς» άνδρες και γυναικόπαιδα, ορισμένοι από τους οποίους κρατούσαν πανέρια με ψωμί και αλάτι. Στην τελετή της υποδοχής πρωτοστατούσε ο Έλληνας ιερέας του Τάγματος της Μπαλακλάβα Ανανίας, ο οποίος ευλόγησε την Αικατερίνη και τη συνοδεία της με υψωμένα το Ευαγγέλιο και το Σταυρό. Οι Αμαζόνες ήταν ενδεδυμένες με βελούδινα πράσινα κοντογούνια, στολισμένα με χρυσά σιρίτια, και βαθυκόκκινες φούστες από βελούδο, ενώ ολόλευκα τουρμπάνια με χρυσά πετάλια (πούλιες) και φτερά στρουθοκαμήλου κάλυπταν την κεφαλή τους.

Η ενδυμασία των Αμαζόνων βασιζόταν στην εορταστικού τύπου αμφίεση των γυναικών μετοίκων, αλλά οι χρωματικές επιλογές αποτελούσαν παραλλαγή της ανδρικής στολής του ελληνικού τάγματος πεζικού της Μπαλακλάβα, από του οποίου τα αποθέματα είχε ληφθεί για την περίσταση και ο οπλισμός.

Η εντυπωσιακή, θεαματική, τελετουργική εμφάνιση του Λόχου των Αμαζόνων ενθουσίασε τους επισήμους: Ο Ιωσήφ Β΄, που συμμετείχε στην περιοδεία με το ψευδώνυμο «κόμης Φαλκενστάιν», εξέφρασε την ευαρέσκειά του με θερμότατους εναγκαλισμούς και προσωπική επίσκεψη στο στρατιωτικό κατάλυμα των Αμαζόνων. Η Αικατερίνη με τη βοήθεια του Έλληνα διερμηνέα Ταβρενό συνομίλησε μαζί τους και επιτόπου απέδωσε στην Ελένη Σαραντόβα το στρατιωτικό βαθμό του καπετάνιου, ενώ μετά λίγες ημέρες από το Ακμετσέτ (σημερινή Συμφερούπολη) της έστειλε, όπως άλλωστε συνήθιζε, ως δώρο ένα αδαμαντοστόλιστο βραχιόλι αξίας 1.800 ρουβλιών, ενώ επιβράβευσε ολόκληρη τη δύναμη του λόχου με το ποσό των 10.000 ασημένιων ρουβλιών.6

Ο Λόχος των Αμαζόνων συνόδευσε τιμητικά την αυτοκρατορική συνοδεία μέχρι το Μπαχτσί Σαράι, την πρώην πρωτεύουσα του Χανάτου της Κριμαίας. Μετά την αναχώρηση της Αικατερίνης και την ολοκλήρωση της πανηγυρικής περιοδείας, ο λόχος διαλύθηκε, καθώς δε συνέτρεχε πια κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ύπαρξή του.

Η απήχηση της εμφάνισης του λόχου

Η βραχύβια εμφάνιση του Λόχου των Αμαζόνων καταγράφηκε μεταγενέστερα στις αναμνήσεις τις οποίες εξέδωσαν ορισμένοι από τους Ευρωπαίους διπλωμάτες που είχαν συμμετάσχει στο πολυτελές και εξωραϊσμένο ταξίδι της Αικατερίνης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Γάλλος πρεσβευτής κόμης Λουδοβίκος Φίλιππος Σεγκίρ και ο Αυστριακός πρίγκιπας Σαρλ Ζοζέφ ντε Λιν. Η συγκεκριμένη εμφάνιση του Λόχου των Αμαζόνων αξιολογήθηκε ως αναπόσπαστο τμήμα των αξιοπερίεργων όψεων του θεάματος που είχε με επιμέλεια και φαντασία σχεδιάσει και παρουσιάσει ο Ποτέμκιν στην Αικατερίνη και τους λοιπούς προσκεκλημένους. Μαζί με τα επονομαζόμενα «χωριά του Ποτέμκιν», τις γιορτές των πυροτεχνημάτων, τις φωταγωγήσεις των πόλεων, των πολεμικών ή εμπορικών λιμανιών, των οβελίσκων, των βουνοκορφών και των κήπων, τους εορταστικούς κανονιοβολισμούς των πλοίων, τους σχηματισμούς του ιππικού των Τατάρων, τους ελιγμούς τμήματος του ελληνικού τάγματος πεζικού της Μπαλακλάβα, μνημονεύεται και η εξωτική, θεατροποιημένη παρουσίαση του Λόχου των Αμαζόνων. Παρόμοια ήταν και η αντίληψη αρκετών Ρώσων κρατικών λειτουργών και διπλωματών, κυρίως των αντιπολιτευομένων τον Ποτέμκιν, με προεξάρχοντες τον υπουργό Α.Α. Μπεζμπορόντκο και το στρατηγό-κυβερνήτη της Μικρορωσίας Π.Α. Ρουμιάντσεφ.7
1. Brikner, A.G., Istorija Jekaterini vtoroi (Sankt Petersburg 1885), σελ. 406-418.

2. Σελέκου, Ο., «Ελληνικές παροικίες και κοινότητες στην Κριμαία (18ος-19ος αιώνας). Τυπολογία και εννοιολογικές αποσαφηνίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 104-105: Α-Β (2001), σελ. 250-267.

3. Mosxouri, J.B., Greki v istorii Sevastopolja (Sevastopol 2005), σελ. 35.

4. Kibovski, A., “Amazonkaja rota. 1787”, Tcheingaouz 6:1 (Moskva 1997), σελ. 19.

5. Arkas, Z.A., “Otrivki iz zapishok sevastopolskavo starozila -1828”, Morskoi Sbornik 8:1 (1852), σελ. 34-47.

6. Dousi, G., “Zapiska ob amazonskoe rote”, Moskvitjanin 1 (1844), σελ. 266-268· Eshipov, G., “Amazonskaja rota pri Ekaterina II”, Istoritsheski vestnik 23:2 (1886), σελ. 72-75.

7. Pantshenko, A.M., “Potemkinskie derevn” i kak koultournii mif (Moskva 2006).

Συγγραφή : Σελέκου Ολυμπία (19/12/2007)

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Η συνομωσία πίσω από την επίθεση ξένων και Ελλήνων πρακτόρων στην Γαλλική πρεσβεία (9 Σεπτεμβρίου 1916)

Αλέξανδρος Ζαϊμης

Στις οχτώ παρά τέταρτο το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου 1916 μια ομάδα ανδρων εισέβαλαν στον κήπο της γαλλικής πρεσβείας, κραυγάζοντας συνθήματα κατά της Αντάντ, υπέρ του Βασιλιά Κωνσταντίνου και αδειάζοντας τα περίστροφα τους στον αέρα. Μερικοί από τους επιτιθέμενους πιάστηκαν επί τόπου από Έλληνες αστυνομικούς, αλλά ξέφυγαν μέσα στο σκοτάδι, καθώς οι τελευταίοι δέχτηκαν επίθεση από άντρες με γαλλικές στολές. Ή "προσβολή" αυτή προκάλεσε μεγάλη έξαψη στη Γαλλία και ανησύχησε τη μετριοπαθή κοινή γνώμη στην Αγγλία. Ό ντε Ροκφέιγ υπέβαλε μια εντυπωσιακή αναφορά στο ναύαρχο Λακάζ και πίεσε τον Γκιγεμέν να αξιώσει αντίποινα. Οι πρεσβευτές της Αντάντ ανέθεσαν στον "πρύτανη" τους σερ Φράνσις Έλιοτ να επισκεφθεί τον πρωθυπουργό Ζαΐμη και να απαιτήσει την παραδειγματική τιμωρία των εισβολέων, των στρατιωτών και των αστυνομικών πού δεν απέτρεψαν το προκλητικό συμβάν, καθώς και την γραπτή έκφραση λύπης προς τη γαλλική κυβέρνηση.




"Όταν οι πρεσβευτές συναντήθηκαν για να αποφασίσουν ως προς τον τρόπο αντίδρασης τους, ό Έλιοτ ζήτησε από τον Γάλλο συνάδελφο του να καλέσει τον ντε Ροκφέιγ. Μόλις αυτός εμφανίστηκε, ο σερ Φράνσις τού είπε με απότομο ύφος ότι ό σοφέρ του είχε αναγνωρίσει μεταξύ των εισβολέων και κάποιον, πού γνώριζε ότι ήταν έμμισθο όργανο τής γαλλικής Μυστικής Υπηρεσίας. Ό ντε Ροκφέιγ προσποιήθηκε τον κατάπληκτο και τόνισε: «Είναι αδύνατο!» Ωστόσο, ένας ή δύο από τους πρεσβευτές δέν πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις του. Αμέσως μετά το επεισόδιο ό Ιταλός πρεσβευτής κόμης Μποσδάρι μπήκε χαμογελαστός στην Αθηναϊκή Λέσχη και σχολίασε πώς αναμφίβολα επρόκειτο για συνωμοσία μεταξύ του Γκιγεμέν και οπαδών του Βενιζέ­λου. Την ίδια άποψη υιοθέτησε κι ό ιταλικός Τύπος.( Στις 14 Σεπτεμβρίου ή ημιεπίσημη γαλλική Le Temps έγραφε ότι την έπίθεση στη γαλλική πρεσβεία είχε δήθεν οργανώσει ό Γερμανός πρεσβευτής) 


Μία μόλις ήμερα μετά το περιστατικό ένας από τους εισβολείς, πού ονομαζόταν Κανελλόπουλος και πού δεν ικανοποιήθηκε από το ύψος τής αμοιβής του, παρουσιάστηκε στο αρχηγείο τής αστυνομίας και κατέδωσε όλους τους συνεργούς του. Το επόμενο πρωινό ό αρχηγός τής αστυνομίας συνάντησε τον Φραγκιά στην εξώθυρα τής κατοικίας τού Έλευθερίου Βενιζέλου: συζητούσε με το φίλο του Μ. Βικάκη. Σταμάτησε και ζήτησε από τον Βικάκη με τρόπο οξύ να ειδοποιήσει τον Βολάνη να παρουσιαστεί αμέσως στο αρχηγείο. Ό Φραγκιάς φοβήθηκε κι έτρεξε να συναντήσει τον Νεγρεπόντη, για να τον ειδοποιήσει για τον κίνδυνο σύλληψης του. Εκείνος τον παρέπεμψε στον ίδιο τον ντέ Ροκφέιγ για προστασία και στο γραφείο του ό Φραγκιάς βρήκε μαζεμένα όλα τα μέλη της συμμορίας. Τα μεσάνυχτα ήρθαν οι Σαμσόρ και Ρολάν με γαλλικές στολές τού ναυτικού, τους έντυσαν μ' αυτές και τους πήγαν με αυτοκίνητα στον Πειραιά, όπου τους επιβίβασαν οτό γιότ Resolu.


Ό Βολάνης διαμαρτυρήθηκε ότι ό Σαμσόρ τον ανάγκασε να υπογράψει ένα έγγραφο, πού βεβαίωνε ότι είχε εισπράξει ποσό από 10.000 γαλλικά φράγκα ά­πό τον φόν Σένκ για να οργανώσει και να εκτελέσει την επίθεση. Το γιότ απέπλευσε αμέσως για τη Θεσσαλονίκη, ενώ το γενικό πρόσταγμα είχε 

ο Ρολάν, πού μετέφερε οδηγίες της γαλλικής πρεσβείας προς το γαλλικό Γενικό Επιτελείο. Δύο ώρες μετά την άφιξη τους οι συνωμότες αποβιβάστηκαν και οδηγήθηκαν στο αρχηγείο τής γαλλικής αστυνομίας, όπου τους προειδοποίησαν ότι δεν έπρεπε να τους δει κανένας στη Θεσσαλονίκη, για να μην κυκλοφορήσουν άσχημες ιστορίες για τους Γάλλους. Στη συνέχεια τους μετέφεραν με αυτοκίνητα ατό γαλλικό στρατόπεδο στο Ζαϊντλίκ. "Όταν πληροφορήθηκε ότι ή ελληνική αστυνομία αναζητούσε τα ίχνη τους, ό ντέ Ροκφέιγ θορυβήθηκε. Στις 25 Σεπτεμβρίου ζήτησε τη σύλληψη και τη μεταγωγή τους στη Μασσαλία για να τους εγκλείσουν σε στρατόπεδο, ενώ φρόντισε να ειδοποιήσει τις αρμόδιες στρατιωτικές "Αρχές να μην τους επιτρέψουν να επικοινωνήσουν με οποιονδήποτε έξω από το στρατόπεδο.

Ωστόσο, υπήρχε ένας κίνδυνος πού τον παρέβλεψε. Ή χωροφυλακή στη Μασσαλία είχε δικαιοδοσία επιθεώρησης των στρατοπέδων και ακρόασης των παραπόνων των κρατουμένων. Ή ιστορία πού διηγούνταν οι "Έλληνες κρατούμενοι έφτασε ως τον υπομοίραρχο ντέ Μαντόλ, ό όποιος αποφάσισε να επισκεφθεί το στρατόπεδο και να διαπιστώσει γιατί διαμαρτύρονταν. Στις 3 Νοεμβρίου 1916 επέμεινε να πάρει χωριστές καταθέσεις από όλους τους. Οι καταθέσεις ήταν ουσιαστικά ταυτόσημες, αλλά αφού τα περιστατικά στα όποια αναφέρονταν δέν ενέπιπταν στην αρμοδιότητα τής χωροφυλακής, ό ντέ Μαντόλ αρκέστηκε να διαβιβάσει τις καταθέσεις στον υπηρεσιακό προϊστάμενό του υπουργό των Εσωτερικών και οι κρατούμενοι — ε­κτός από έναν πού κατάφερε να δραπετεύσει — συνέχισαν να παραμένουν στο στρατόπεδο.

Στις 11 Ιουλίου 1917 ό Κρητικός αρχηγός της ομάδας των εισβολέων Βολάνης έστειλε γραπτή έκκληση στον Γάλλο γερουσιαστή Σαρλ Ζονάρ (πού ως ύπατος αρμοστής της Αντάντ στην Ελλάδα, είχε αναλάβει την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου), ζητώντας την απελευθέρωση τους. Ή επιστολή άρχιζε με τον κομπασμό του Βολάνη και των συνεργατών του ότι «ανήκουν εις το Κόμμα των Φιλελευθέρων και γνωρίζουν προσωπικώς τον Έλευθέριον Βενιζέλον» και συνέχιζε: «Οι υπογεγραμμένοι, μέλη του Βενιζελικού Κόμματος, επιθυμούμεν την απελευθέρωσιν μας υπό της γαλλικής κυβερνήσεως, κατά διαταγήν τής όποιας ένηργήσαμεν... ώστε να έπιστρέψωμεν εις την φιλτάτην πατρίδα και να άγωνισθώμεν διά τόν θρίαμβον των αρχών του μεγάλου πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου».


Πηγές

(Απόσπασμα εκ του βιβλίου του ΣΕΡ ΜΠΑΖΙΛ ΤΟΜΣΟΝ "Μυστικαι υπηρεσιαι των Συμμαχων εν Ελλαδι") 
istorikathemata.com

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831




Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους, ή χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίαςˑ δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοικτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε ηΎδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιωνόταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων άμεσα, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του "αγγλικού κόμματος" Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους[43].

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας[44]. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα ήταν υπο την αρχηγία του Κανάρη, που δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις[45], ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο[46] και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα»[47]. Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»[48].

Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, με θάρρος θα του αποκαλύψει ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων, με τρόπο που καταπλήσσει: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους...»[49]

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.[50]

Ήδη, από το το προηγούμενο έτος 1830 είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε[51]. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδερφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831με το Ιουλιανό ημερολόγιο (δηλαδή στις 9 Οκτωβρίου 1831) έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του, Γεώργιος Κοκκώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία[52]. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς[53].

Βάσει και μεταγενέστερων μελετών επιβεβαιώθηκε, ότι η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν αποτέλεσμα υποκίνησης και εμπλοκής του ξένου παράγοντα και συγκεκριμένα της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Οι κινήσεις του Έλληνα Κυβερνήτη για δημιουργία γηγενών θεσμών χωρίς ξένες εξαρτήσεις, η προϋπηρεσία του ως επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας και, κυρίως, η προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο έξω από τον έλεγχό τους, δημιουργούσαν προσκόμματα στους σχεδιασμούς των δύο αυτών "Προστατιδών Δυνάμεων" που επεδίωκαν τη δημιουργία ενός περιορισμένης έκτασης ελλαδικού κράτους απόλυτα ελεγχόμενου στρατηγικά από αυτές[54]. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας ή απλώς της ανατρόπής του Κυβερνήτη[55].

Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από τη πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια , ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς : ''Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν".[56] Προς τη κατεύθυνση της εμπλοκής της Γαλλίας συναινεί και η μαρτυρία που μεταφέρει ο ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν ,δηλώνοντάς του : "Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας"[57].

Η απόφαση του Γάλλου πρέσβυ Ρουάν να παράσχει άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και η αρχική άρνησή του να τον παραδώσει με προφάσεις (όπως την επίδειξη εντάλματος σύλληψης) απετέλεσε χαρακτηριστική και απροκάλυπτη παροχή πολιτικής προστασίας και κάλυψης του εγκλήματος. Πάντως, παρά την προσπάθεια κωλυσιεργείας, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας συνέχισαν να παρέχουν υποστήριξη προς τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε. [58]. Αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι, επίσης, και η στάση του πρέσβυ της Αγγλίας, ο οποίος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων.

Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγωντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: ‘Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε μεταβρει και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’ [59]

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδερφός του, Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της προαναφερθείσας Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Καποδίστρια την μετέφερε ο αδερφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας. Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους[60].

Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»
wikipedia