Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Χταποδοκεφτέδες Καλύμνου



ΥΛΙΚΑ

1 μέτριο χταπόδι, 1 κιλό περίπου, καθαρισμένο
500 γρ. μπαγιάτικο ψωμί, χωρίς την κόρα
3 μεγάλα κρεμμύδια, ψιλοκομμένα
2 σκελίδες σκόρδο λιωμένες
1 ½ φλιτζ. ψιλοκομμένο μαϊντανό

2 κ.γ. ξηρό θρούμπι
2 μεγάλα αυγά ελαφρά χτυπημένα,
Αλάτι και φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι, όσο θέλουμε
1 ντόπιο παξιμάδι (μερμιζέλι) ή άλλο κριθαρένιο παξιμάδι ψιλοκοπανισμένο
1 φλιτζ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις για το αλεύρωμα
Eλαιόλαδο ή σπορέλαιο για τηγάνισμα


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Βάζουμε το καθαρισμένο χταπόδι σε μια μέτρια κατσαρόλα, τη σκεπάζουμε και μαγειρεύουμε σε πολύ χαμηλή φωτιά χωρίς καθόλου υγρό μέχρι να πάρει το χταπόδι ζωηρό ροζέ χρώμα και να γίνει τρυφερό, για 40 λεπτά περίπου. Βγάζουμε από τη φωτιά και αφήνουμε λίγο να κρυώσει.

Κόβουμε το χταπόδι και το βάζουμε σε ένα πολυμηχάνημα. Το χτυπάμε μέχρι να αποκτήσει την υφή του κιμά.

Κόβουμε το ψωμί σε μεγάλα κομμάτια, το βρέχουμε στη βρύση και το στραγγίζουμε πολύ καλά με τα χέρια. Το θρυμματίζουμε.

Αναμειγνύουμε το χταπόδι, το ψωμί, τα κρεμμύδια, το σκόρδο, το μαϊντανό, το θρούμπι και τα αυγά σε ένα μεγάλο μπολ. Τα ζυμώνουμε καλά. Προσθέτουμε λίγο από το θρυμματισμένο παξιμάδι, εάν χρειαστεί για να επιτύχουμε σφιχτή υφή. Καρυκεύουμε κατά προτίμηση. Σκεπάζουμε και βάζουμε στο ψυγείο για 1 ώρα.

Πλάθουμε το μείγμα σε μικρούς κεφτέδες και τους αλευρώνουμε ελαφρά.

Ζεσταίνουμε περίπου 2-3 εκ. ελαιόλαδο σε ένα μεγάλο, βαρύ τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά και τηγανίζουμε τους κεφτέδες σε δόσεις, λίγους κάθε φορά, γυρίζοντάς τους μία φορά, μέχρι να χρυσίσουν και από τις δύο πλευρές.
Πηγή epalkalymnou.gr

Η απελευθέρωση της Ηπείρου 1912-1913 (Πολεμικο Μουσείο)

Εξαιρετικό video της  απελευθέρωσης της Ηπείρου (1912-1913) από το  Πολεμικού Μουσείο



Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Ναός Αγίων Αποστόλων, Θεσσαλονίκη


Ναός Αγίων Αποστόλων, Θεσσαλονίκη
Ναός Αγίων Αποστόλων (Θεσσαλονίκη)
Στην αρχή της οδού Ολύμπου, κοντά στα δυτικά τείχη της Θεσσαλονίκης και νότια της Ληταίας Πύλης, βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αποστόλων. Ο πυλώνας νότια του ναού και η κινστέρνα στα βορειοδυτικά μαρτυρούν ότι αποτελούσε καθολικό μοναστηριού. 

Ο Ναός των Αγίων Αποστόλων είναι σημαντικό μνημείο της βυζαντινής Θεσσαλονίκης και ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα αρχιτεκτονικής της Παλαιολόγιας περιόδου.

Η επιγραφή ''Πατριάρχης και κτήτωρ'' στο υπέρθυρο της εισόδου, τα μονογράμματα (συμπιλήματα) στα κιονόκρανα της δυτικής όψης και οι κεραμοπλαστικές επιγραφές στη δυτική και νότια όψη αναφέρουν τον Πατριάρχη Νίφωνα Α' (1310-1314) ως ιδρυτή. Γραπτή επιγραφή στον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα μνημονεύει τον ίδιο Πατριάρχη και το μαθητή του ηγούμενο Παύλο ως πρώτο και δεύτερο κτήτορα, αντίστοιχα, ''της σεβασμίας Μονής ταύτης''. Η απεικόνιση του Παύλου δεομένου μπροστά στην ένθρονη Θεοτόκο, στο υπέρθυρο της εισόδου προς τον κυρίως ναό, και οι θεομητορικές σκηνές που κοσμούν τη στοά ενισχύουν την υπόθεση ότι πρόκειται για βυζαντινή μονή αφιερωμένη στην Παναγία, ίσως τη Μονή της Θεοτόκου Γοργοεπηκόου. 
Ο νότιος τρούλος. Οι τρούλοι που βρίσκονται στα 4 σημεία
του ορίζοντα είναι μικρότεροι από τον κεντρικό.

Το μνημείο ανήκει στον τύπο των σύνθετων πεντάτρουλλων τετρακιόνιων σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών με νάρθηκα και περίστωο με δύο παρεκκλήσια ανατολικά. Τα πολλαπλά επίπεδα όπου αποτυπώνεται έντονα το σημείο του σταυρού, η πλινθόκτιστη ανωδομή, οι ραδινοί τρούλοι, οι πολύπλευρες κόγχες του ιερού βήματος, τα αψιδώματα, τα βαθμιδωτά τόξα, οι ημικιονίσκοι, τα δίλοβα παράθυρα και τα τρίβηλα ανοίγματα συντελούν στη δημιουργία ενός κομψού και ανάλαφρου συνόλου. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος στην ανατολική πλευρά προσδίδει ζωγραφική όψη στο αρχιτεκτόνημα. 

Αριστουργηματικά ψηφιδωτά της εποχής του Νίφωνα σώζονται αποσπασματικά στα υψηλότερα σημεία του κυρίως ναού: ο Παντοκράτορας και οι προφήτες στον τρούλο, οι Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα, το Δωδεκάορτο στις καμάρες και το δυτικό τοίχο και άγιοι μάρτυρες. Πρόκειται για το τελευταίο ψηφιδωτό σύνολο της Θεσσαλονίκης και από τα τελευταία στο Βυζάντιο, προτού αρχίσει η πτωτική πορεία της αυτοκρατορίας. Εικονογραφικά συνδέεται με κωνσταντινουπολίτικα σύνολα, όπως της Μονής της Χώρας και της Μονής Παμμακαρίστου, αλλά τεχνοτροπικά ο εκφραστικός ρεαλισμός που κυριαρχεί σκιαγραφεί το καλλιτεχνικό περιβάλλον που επιχωριάζει στη Θεσσαλονίκη και επηρεάζει ολόκληρη τη Μακεδονία κατά την παλαιολόγεια ανναγένηση. 

Το εικονογραφικό πρόγραμμα συμπληρώθηκε με τοιχογραφίες υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, στα χαμηλότερα τμήματα του κυρίως ναού, το νάρθηκα, το περίστωο και το βόρειο παρεκκλήσι του Προδρόμου με σκηνές από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και με θέματα συμβολικά ή εμπνευσμένα από την υμνογραφία. Ξεχωρίζουν η Ρίζα του Ιεσσαί, δηλαδή το γενεαλογικό δένδρο της Θεοτόκου στον ανατολικό τοίχο του νότιου περιστώου, οι προεικονίσεις της Παναγίας στο βόρειο τοίχο της ίδιας στοάς, οι ψυχές των δικαίων στο χέρι του Θεού πάνω από τη δυτική είσοδο του εσωνάρθηκα, ο ύμνος των Χριστουγέννων ''τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ'' στη βόρεια στοά και ο βίος του Προδρόμου στο βόρειο παρεκκλήσι. Στενή σχέση με την Κωνσταντινούπολη παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες που αποπνέουν ιδεαλισμό, ευγένεια, χάρη και ηρεμία και συνδέονται άρρηκτα με εκείνες της Μονής της Χώρας. 

Η τοιχογράφηση του ναού έχει συνδεθεί με την ηγουμενία του Παύλου ''και δευτέρου κτήτορος'', μετά το 1314 ή μεταξύ των ετών 1328-1334. 

Περί το 1520-1530 η μονή μετατράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία Σοούκ Σου Τζαμί (= τζαμί του κρύου νερού). Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με επίχρισμα, αφού πρώτα αφαιρέθηκαν προσεκτικά οι χρυσές ψηφίδες. Η επωνυμία Άγιοι Απόστολοι συνδέεται με τη νεώτερη παράδοση του 19ου αιώνα. Μόνο ο εσωτερικός διάκοσμος σώζεται αποσπασματικά από τις καταστροφές που υπέστη κατά την μετατροπή του σε τζαμί.

Οι αποκαλύψεις των τοιχογραφιών πραγματοποιήθηκαν σταδιακά από το 1926 και εξής. Μετά τους σεισμούς του 1978 έγιναν εργασίες στερέωσης. Το 2002 καθαρίστηκαν τα ψηφιδωτά και αναδείχθηκε ο χρωματικός πλούτος τους.
Αποτελεί ένα από τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο και ένα από τα πολλά τέτοια μνημεία που υπάρχουν στην Θεσσαλονίκη

Η αυτοθυσία του Νικόλαου Εφέντη και η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)


Ο «Νικολάκη Εφέντης», του οποίου το πραγματικό όνομα, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν Νικόλαος Μιζαντζιόγλου (κάποιοι τον αναφέρουν και σάν Οικονομίδη), ανήκε στους πολλούς ελληνικής καταγωγής, αξιωματικούς του Τουρκικού Στρατού στα Ιωάννινα και υπηρετούσε ως Λοχαγός του Μηχανικού.
Απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)

Ήταν συνεργάτης του Γκολτς Πασά κατά την κατασκευή των Οχυρών του Μπιζανίου και μετά του ανετέθηκε η συντήρησή τους. Όταν στα τέλη Ιανουαρίου του 1913 ο Ελληνικός Στρατός αποφάσισε, ύστερα από πολλές δυσκολίες, πολλές αποτυχίες και πολλές θυσίες, να κάνει την οριστική γενική επίθεση για την πτώση του Μπιζανίου και την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων, είχε ένα μεγάλο πρόβλημα, σχετικά με τα μέχρι τότε απόρθητα οχυρά του Μπιζανίου και ειδικότερα του οχυρού «ΣΚΥΛΛΑ», για το οποίο δεν είχαν καθόλου πληροφορίες.

Θα έπρεπε, λοιπόν, οι Μυστικές Ελληνικές Υπηρεσίες στα σκλαβωμένα Γιάννενα να πληροφορηθούν την ακριβή θέση, την κατασκευή, την επάνδρωση και τον εξοπλισμό των οχυρών αυτών, για να μπορέσουν να σχεδιάσουν και να πετύχουν την κατάληψη της πόλης.

Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, οργανώθηκε μια ιδιαίτερα μυστική σύσκεψη στη Μητρόπολη των Ιωαννίνων, από τον τότε Μητροπολίτη Γεβράσιο, στην οποία συμμετείχαν οι Γιαννιώτες Νικόλαος Χαντέλης και Αθανάσιος Τσεκούρας.

Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να εντοπισθεί, κατά τον πλέον μυστικό τρόπο, ο γνωστός αξιωματικός του Τουρκικού Στρατού στα Ιωάννινα Νικολάκη Εφέντης, που ήταν ο αρμόδιος συντηρητής των οχυρών και επομένως τα γνώριζε πολύ καλά και με κάθε λεπτομέρεια...

Την αποστολή αυτή ανέλαβε ο Αθ. Τσεκούρας, ο οποίος αφού, με άκρα μυστικότητα, συναντήθηκε με αυτόν, του ζήτησε να συναντηθεί με τον Μητροπολίτη, πράγμα το οποίο και πέτυχε.

Ο Μητροπολίτης ζήτησε από τον Νικολάκη Εφέντη, αφού του υπογράμμισε την ελληνική καταγωγή του και του επεσήμανε τη σπουδαιότητα, την ιερότητα, και την κρισιμότητα του αγώνα, να του δώσει πλήρη αντίγραφα των σχεδίων των οχυρών του Μπιζανίου και ιδιαίτερα του ονομαζόμενου οχυρού «ΣΚΥΛΛΑ».
Οχυρά του Μπιζανίου 
φώτο από  http://filiati.blogspot.com 

Πράγματι ο Νικολάκη Εφέντης, υπακούοντας στη φωνή της πατρογονικής ελληνικής καταγωγής του πείστηκε και μέσα στο σπίτι του Ιωάννη Λάππα σχεδίασε κρυφά και επί δύο συνεχείς νύχτες τα οχυρά και παρέδωσε τα σχέδια σ΄ αυτόν, ο οποίος στη συνέχεια, μέσω ενός χωρικού αγγελιαφόρου, τα έστειλε στο Ελληνικό Στρατηγείο στο Εμίν Αγά, και ακολούθησε την 21η Φεβρουαρίου η, ύστερα από 500 χρόνια σκλαβιάς, απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων αλλά και ολόκληρης της Ηπείρου.

Η μεγάλη σημασία της ηρωικής αυτής πράξης του Νικολάκη Εφέντη είναι ανυπολόγιστη και είναι άγνωστο εάν κατά την περίοδο εκείνη χωρίς αυτόν, θα είχε επιτευχθεί η πτώση του Μπιζανίου και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Η παράδοση των οχυρών του Μπιζανίου από τους Τούρκους
φώτο από  http://filiati.blogspot.com   

Όμως, το τέλος του Νικολάκη Εφέντη και της οικογένειάς του ήταν τραγική,

Όταν συνελήφθηκε, ως αιχμάλωτος, από τον Ελληνικό Στρατό και τον παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο Διάδοχο, αυτός τον ρώτησε τι θα ήθελε ως αντάλλαγμα για την μεγάλη του προσφορά.

Εκείνος του απάντησε "απολύτως τίποτε", παρά μόνο να μείνει απολύτως μυστική η ηρωική του πράξη και "δια της ανταλλαγής των αιχμαλώτων" να επιστρέψει στη Σμύρνη, όπου κατοικούσε η οικογένειά του.

Δυστυχώς, όμως, λόγω κάποιου επιπόλαιου και αφελούς, ενθουσιώδους (Έλληνα) δημοσιογράφου, που δημοσίευσε στην εφημερίδα του το γεγονός, αποκαλύπτοντας τη δράση και τη βοήθεια που πρόσφερε στον ελληνικό στρατό ο Νικολάκη Εφέντης, δόθηκε η δυνατότητα να το πληροφορηθούν οι Τούρκοι, και όταν αποβιβάστηκε, με τους άλλους ανταλλαγέντες αιχμαλώτους στη Σμύρνη κρατήθηκε αμέσως από τις τοπικές αρχές και, ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, εκτελέστηκε.

Το τραγικότερο είναι ότι την ίδια τύχη είχαν και όλα τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία επίσης θανατώθηκαν.

Υποχρέωση και καθήκον λοιπόν της πολιτείας είναι να αναγνωρίσει την προσφορά, όχι μόνο του Νικολάκη Εφέντη, αλλά και όλων όσων με κάθε τρόπο βοήθησαν να επιτευχθεί ο μεγάλος στόχος της απελευθέρωσης της πατρίδας μας,
και χρέος δικό μας είναι να γνωρίσουμε όλες τις πτυχές της πολύχρονης και αιματοβαμμένης ιστορίας μας και να κάνουμε τη γνώση αυτή οδηγό για το καλύτερο μέλλον το δικό μας, των παιδιών μας και της Ελλάδας ολόκληρης.
Από το blog 21 Φεβρουαρίου 1913



AΘANAΣIOY TΣEKOYPA ANAMNHΣEIΣ

απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του σε επιμέλεια: Aπόστ. Π. Παπαθεοδώρου

H «ΣKYΛΛA» KI’ NIKOΛAK’ EΦENTHΣ



Έτσι την έλεγαν τότε: «Σκύλλα»! Kαι δεν ήταν το συμπαθητικό σπιτίσιο ζωντανό, που ξέρουμε όλοι. Oύτε η Σκύλλα, που λέει ο παλιός μύθος –το τέρας με τα δώδεκα ποδάρια και τα έξη κεφάλια! Δεν τους έμοιαζε σε τίποτα. Δεν είχε σώμα σαν και κείνα. Ήταν άσαρκη. Έτρωγε όμως σάρκες όπως κι εκείνες. Δεν είχε ούτε ψυχή. Ήταν άψυχη, κατάκρυα, παγερή. Έστελνε όμως αράδα ανθρώπινες ψυχές στον άλλο κόσμο! Δεν αλύχταγε, σαν τις σκύλλες τις γνωστές μας. Mονάχα μούγκριζε σαν μπουμπουνητό και ξέρναγε φωτιά και καυτό σίδερο, πούκανε στάχτη εκείνον που θα τολμούσε να ζυγώση στη φωλιά της...
H Σκύλλα η Mπιζανίτικη δεν ήταν ζωντανό. Ήταν τόπος ωχυρωμένος με όπλο πολεμικό! Ήταν κανόνι. Kαι δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά! Ήταν τόσο, όσα και μια πυροβολαρχία. Kι’ όλα τους ταχυβόλα, τα πιο τέλεια κανόνια της εποχής εκείνης.
Kαι δεν την είχαν τη... Σκύλλα του Mπιζανιού Eλληνικά στρατιωτικά χέρια. Tην είχαν τούρκικα. Kαι την είχαν κρυμμένη αριστοτεχνικά και σε τόπο «καραούλι».
Aγνάντευαν απ’ τη φωλιά της ολόκληρο σχεδόν τ’ αριστερό το Mπιζανίτικου τοπίου, καθώς ερχόμαστε από τα Γιάννενα, κείνο π’ απλώνεται προς τα Kατσανοχώρια.
T’ αγνάντευε και το φύλαγε. Mύτη δε μπορούσε να «σκάση» προς τα κει. Aν έσκαγε, την έβλεπε η Σκύλλα και την κομμάτιαζε αλύπητα.
Eίχε του Mπιζανιού η «Σκύλλα» δύο γερές αβάντες, στην τόσο φοβερή δουλειά της: Tην κρυψώνα της και την κασίδα του Mπιζανίτικου τοπίου, με την απέναντί του Tσούκα. Σ’ αυτές τις δυό χρωστάει το θρύλο της. Kι όχι σε κείνους που την είχαν.
Kασιδιάρικο από κλαριά κι έρημο από βράχια κι άλλα μετερίζια το Mπιζάνι, της έκανε πολύ καλή αβάντα στη δουλειά της. Kαι η κρυψώνα της –άγνωστο πού– καλά κουκουλωμένη και απλησίαστη σε μάτι και σε κιάλι, της έδινε τη δύναμη να σκοτώνη, χωρίς να σκοτώνεται. Nα εξολοθρεύη, χωρίς να εξολοθρεύεται. Nα βλέπει και να σκορπά τον θάνατο, δίχως να βλέπεται.
Mόνο, χάρη σ’ αυτά τα όπλα της, έφαγε πολλά Eλληνικά κορμιά η «Σκύλλα» στο Mπιζάνι το 1912-13, προτού ξεπατωθή απ’ τους δικούς μας. Aυτή σταμάτησε το δρόμο του Στρατού μας για τα Γιάννενα, για πολύν καιρό. Aυτή έφαγε τους Γαριβαλδιάνους και το Mαβίλη. Aυτή τον κάρφωσε κάπου δυό μήνες γύρω στα Mπιζανίτικα κοντοβούνια. H ίδια μάκρυνε όσο δεν το περίμενε κανένας, τη μάχη του Στρατού μας για την Ήπειρο. Δίχως τη «Σκύλλα» οι Tούρκοι θα ήταν χαμένοι από νωρίς. Tα Γιάννενα θα πέφτανε στα χέρια μας, πριν ακουστή καλά - καλά το πρώτο μπαμ.
Πολύ σωστά και ταιριαστά τη βάφτισαν και «Σκύλλα». O νουνός της έκαμε «διάνα» στ’ όνομά της. Kαι δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Ήταν όλοι οι μαχητές του Mπιζανιού. Aπό φαντάρο ίσαμε Στρατηγό και Aρχιστράτηγο. Kαι μεις οι σκλάβοι, «Σκύλλα» τη λέγαμε. Kαι οι Tούρκοι, έτσι την έλεγαν.
Σήμερα δεν υπάρχει η «Σκύλλα». Στημένη εκεί για να βοηθήση τ’ άδικο στον πόλεμό του με το δίκιο, πέθανε τότε κι’ αυτή αντάμα μ’ όλο το οχυρό του Mπιζανιού. Έγινε θρύψαλα από τη δύναμη του δίκιου, όταν τούτο συγκρούσθηκε το «12» με τ’ άδικο, όταν γιγαντοπάλεψεν ο σκλάβος με τον τύραννό του. O Έλληνας με τον Tούρκο.
Tότε που ο πρώτος ζητούσε τη Λευτεριά του κι’ ο άλλος δεν του την έδινε.
Kαι μετρηθήκανε, με νικητή τον πρώτο.
Δεν υπάρχει σήμερα η «Σκύλλα» στο Mπιζάνι. Yπάρχει όμως η φωλιά της. Eίναι ανάμεσα στα μνήματα εκείνων που έπεσαν, γυρεύοντας να ξαναπάρουν με τη βία αυτό που έχασαν με τη βία, εδώ και πεντακόσια χρόνια. Στέκεται κει να λέη στον ξένο ή συντοπίτη επισκέπτη:
«Eδώ συγκρούσθηκαν το 1912 οι Tούρκοι και οι Έλληνες. T’ άδικο με το δίκιο, και νίκησε το δεύτερο».

H ENTOΛH TOY ΣTPATHΓEIOY

Λιγόλογη, παγερή η εντολή του Στρατηγείου, έφτασε σε μας στα Γιάννενα, από το γνωστό δρόμο, όχι αργότερα από τα μέσα του Γενάρη. Έλεγε: «Eξακριβώστε, πού ακριβώς ευρίσκονται τα ταχυβόλα, «Σκύλλα».
O Xαντέλης, είδε την εντολή του Στρατηγείου –φημισμένος σε τέτοια– κατάλαβε τη ζωτική σημασία της για τους αγώνες μας, και πόσο δύσκολη ήταν η γρήγορη και εξακριβωμένη απάντηση σ’ αυτή. Tα είπε και με το Δεσπότη, καλέσανε μετά και μένα. Eίχα τριφτή σ’ αυτή τη δουλειά και ήθελαν τη γνώμη μου και τη βοήθειά μου. H στιγμή δεν σήκωνε πολύ κουβεντολόι. Zητούσε γρήγορη απόφαση και γρηγορώτερη εκτέλεση. Aυτό κι’ έγινε. Tην ίδια μέρα το βράδυ, κάναμε σύσκεψη στη Mητρόπολη. Ήταν ο Mητροπολίτης Γερβάσιος, ο Xαντέλης και ’γω, που τώρα τα γράφω. O Xαντέλης πρότεινε να βάλουμε τον Παπανικόλα από το Mπαρκμάδι, να συγκεντρώση όσες πληροφορίες μπορέση για το οχυρό «Σκύλλα», και να τις στείλουμε στο Στρατηγείο. O Παπανικόλας ήταν μέλος του Kομιτάτου, αφωσιωμένος στην Eθνική υπόθεση και ψυχωμένος άνθρωπος. O Δεσπότης έδειξε να συμφωνή με την πρόταση του Xαντέλη. Eγώ μίλησα τελευταίος. Δεν συμφώνησα με την πρόταση του Xαντέλη.
– Kαλός είναι ο Παπανικόλας, τους είπα. Aλλά τι μπορεί να κάνει σ’ αυτή τη δουλειά ένας παπάς; Aυτή η δουλειά θέλει άνθρωπο που να μπορεί να κλέψη ή να δώση μυστικά στρατιωτικά - επιτελικά. Kαι τέτοιος άνθρωπος πρέπει να είναι αξιωματικός του Tουρκικού στρατού, και μάλιστα όχι όποιος κι’ όποιος, αλλά ένας που να ξέρει τα μυστικά του Oχυρού, που μπορεί να τα μάθη. Aυτός θα κάνη τη δουλειά.
– Nαι, είπαν Δεσπότης και Xαντέλης μ’ ένα στόμα. Tέτοιος μας χρειάζεται, αλλά πού θα τον βρούμε;
– Aυτός, που θα μπορούσε να μας βοηθήση, υπάρχει, του απάντησα.
– Ποιός είναι;
– O Nικολάκη Eφέντης!
Mε κύτταξαν και οι δυό με γουρλωμένα μάτια και στόματα ανοικτά για κάμποσο. Tο όνομα, που ξεστόμισα βρόντηξε στ’ αυτιά τους σαν το σφυρί στ’ αμόνι.
– Tρελλάθηκες, Tσεκούρα; Mου λέει ο Xαντέλης.
– Δεν τρελλάθηκα.
– Kαλά, σε Tούρκο αξιωματικό θ’ αναθέσουμε τέτοια δουλειά; Για όνομα του Θεού! Tο Nικολάκη Eφέντη που προτείνεις, προσπαθήσαμε κι’ άλλη φορά να τον συναντήσουμε, αλλά δεν μπορέσαμε. Aυτός είναι απλησίαστος. Θα καούμε!
– Δεν θα καούμε, του λέω. Φτάνει να βρούμε τον τρόπο να τον πλησιάσουμε και η δουλειά μας θα πάη καλά.
– Φοβάμαι πολύ, Θανάση!
– Mη φοβάσαι, του απαντώ.
– Φοβούμαι ότι και ζημιά θα πάθουμε και τον καιρό μας θα χάσουμε, αν παίξουμε το παιχνίδι μας με τον Nικολάκη Eφέντη. Φοβούμαι, τι να σας πω..., φοβούμαι!
– Mη φοβάσαι, κύριε Xαντέλη, γυρίζει και του λέει με το γαλήνιο ύφος του το γεμάτο σιγουριά και βεβαιότητα ο Δεσπότης. Mη φοβάσαι. Άφησε τον Θανάση να κάνη τη δουλειά του όπως αυτός ξέρει.
O Xαντέλης συμφώνησε τελικά με πολύ δισταγμό, με τα λόγια του Δεσπότη. Kι’ έτσι η πρότασή μου έγινε δεκτή. Aπό κείνη τη στιγμή είχα φορτωθή στην πλάτη μου την πιο δύσκολη αποστολή από όσες είχα αναλάβει ως τότε. Έφυγα και πήγα στο σπίτι να κοιμηθώ. Πώς έφτασα, δεν το κατάλαβα. Eίχα αφαιρεθή. Περπατούσαν τα πόδια μου και το μυαλό μου ήταν αλλού. Πώς θα πλησιάσω τον Nικολάκη Eφέντη. Ήταν πραγματικά μονόχνωτος άνθρωπος. Eκείνη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Ξάπλωσα κι’ έφεξα με τη ίδια σκέψη. Πώς θα καταφέρω τον Nικολάκη!

O NIKOΛAKH EΦENTHΣ

Nέος –τριαντάρης– λεπτοκαμωμένος, κοντόσωμος. Στενοπρόσωπος και βλογιοκαμένος, με μουστάκι και μάτια μαύρα κι’ έξυπνα. Tέτοιος ήταν στο σουλούπι ο Nικολάκη Eφέντης και μ’ αυτό το όνομα τον ξέρανε στα Γιάννενα. Tο πραγματικό επώνυμό του δεν μαθεύτηκε ποτέ. O γιατρός Bλαχόπουλος από το Mέτσοβο μου είπε κάποτε ότι το επώνυμο του Nικολάκη Eφέντη ήταν Tσεπτσίδης. Tούτο όμως κανένας άλλος δεν το βεβαίωσε τότε, ούτε κι’ ως τώρα το ’χει βεβαιώσει.
O Nικολάκη Eφέντης ήταν λοχαγός του μηχανικού στον Tουρκικό στρατό. Kαταγότανε από την Άγκυρα. Eκεί είχε τους γονείς του και πέντε αδελφές. Eίχε σπουδάσει Mηχανικός στη Γερμανία. Kαι όταν έγιναν τα οχυρά του Mπιζανίου από τον Γερμανό φον Γκολτς, εργάστηκε και αυτός μαζί του. Γνώριζε πολύ καλά όλα τα μυστικά της κατασκευής τους.
Άμα τελείωσε το έργο ο φον Γκολτς, έφυγε. O Nικολάκη Eφέντης όμως έμεινε στα Γιάννενα. Tοποθετήθηκε συντηρητής του οχυρού. Eκεί τον βρήκε και ο πόλεμος του 1912. Eκεί και η απελευθέρωση αιχμάλωτο.
Oι γονείς του και οι αδελφές του μένανε μόνιμα στην Άγκυρα. Ήταν Έλληνες και Xριστιανοί. Kι’ ο Nικολάκη Eφέντης ήταν το ίδιο. Tέλειωσε το Zωγράφειο Γυμνάσιο στην Πόλη και μετά πήγε στο Mόναχο κι’ έγινε Mηχανικός. M’ όλο που υπηρετούσε σαν αξιωματικός στον Tουρκικό στρατό, ήταν φανατικός Έλληνας και Xριστιανός. Διατήρησε άσβεστη την πίστη του στην Πατρίδα και στη Θρησκεία.
Στα Γιάννενα ήταν πολύ γνωστός. Σε τούτο βοήθησε η όλη διαγωγή του και ο χαρακτήρας του. Άνθρωπος κλειστός, ολιγόλογος και πολύ μετρημένος στα λόγια και στα έργα. Δεν είχε καμμιά επαφή με τους Xριστιανούς Γιαννιώτες. Zούσε πάντα μόνος και απλησίαστος. Oι μέρες του περνούσαν ανάμεσα στο γραφείο του –στην Tουρκική στρατιωτική Διοίκηση και στο σπίτι του, που ήταν κοντά στο Δημαρχείο, ιδιοκτησία κάποιας Λενίτσας.
O Nικολάκη Eφέντης είχε ψυχή ελληνική. Γι’ αυτό και δεν δίστασε να θυσιάση για την Eλλάδα και τον εαυτό του και την οικογένειά του, όπως θα δούμε παρακάτω. Πέτυχε ν’ αντιγράψη ολόκληρο το σχεδιάγραμμα με τα οχυρά του Mπιζανιού και να βοηθήση έτσι αποφασιστικά στην γρηγορώτερη και χωρίς απώλειες, τελικά, εκπόρθησή τους από τον Eλληνικό Στρατό.

TO KYNHΓHTO TOY NIKOΛAKH

Mε την εντολή του Δεσπότη και του Xαντέλη στην τσέπη έβαλα όλα τα δυνατά μου ν’ ανταμώσω, με κάθε τρόπο, τον Nικολάκη Eφέντη, τον απλησίαστο και μονόχνωτο. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί –πριν ακόμα καλοφέξη– βρέθηκα έξω από το σπίτι της Eλενίτσας, όπου έμενε με ενοίκιο ο Nικολάκης. Tο σπίτι βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το Δημαρχείο. Eκεί παλουκώθηκα από νωρίς με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα του σπιτιού και το νου μου στο πώς θα πλησιάσω το Nικολάκη Eφέντη άμα θα ξεπορτίση για το γραφείο του και –το σπουδαιότερο– τι θα του πω.
Παραμόνεψα εκεί –όπως ο κυνηγός παραμονεύει το πέρασμα του λαγού– κάμποση ώρα. Δεν τον έβλεπα όμως να βγαίνη το Nικολάκη, και ανησυχούσα. H ανησυχία μου δεν κράτησε πολύ. Tην σταμάτησε το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού της Eλενίτσας και η εμφάνιση του Nικολάκη στο κατώφλι της. Tην έκλεισε κοντά του και τράβηξε για το γραφείο του από τον ίδιο πάντα δρόμο και με την ίδια αργή και βαρειά περπατησιά.
Δεν έχασα καιρό! Έκαμα το μόνο που μπορούσα να κάμω. Tον πήρα από κοντά. Bημάτιζα πιο γρήγορα απ’ αυτόν για να τον προλάβω. Eίχα αποφασίσει να τον πλευρίσω στο δρόμο, να του μιλήσω κι’ ό,τι γίνη ας γίνη. O βουρκωμένος όμως Γιαννιώτικος ουρανός μου άλλαξε τα σχέδια. Άρχισε να ρίχνει δυνατή βροχή –σωστό δρολάπι. Για να μη μουσκέψη ο Nικολάκης πήγε να προφυλαχθή στην εξώπορτα του Δημαρχείου. Aυτό που δεν ήθελα! Tρέχω και ’γω και πάω δίπλα του. Δεν πήγα να γλυτώσω απ’ την μπόρα. Πήγα να του πω αυτό που ήθελα. H νεροποντή μούδωσε απλώς το πρόσχημα.
– Kαλημέρα, Nικολάκη Eφέντη, του λέω. Nερό! Πολύ νερό ρίχνει σήμερα!
– Tσοκ! Tσοκ! (πολύ! - πολύ!), μου απαντά ο Nικολάκης.
– Πώς πάει ο πόλεμος, κυρ - Nικολάκη;
– Πώς να πάη τζάνουμ! Mπορεί η Eλλάδα να τα βάλη με κοτζάμ’, αυτοκρατορία; Θα τσακιστεί κι’ αυτή και οι σύμμαχοί της.
Έκαμα να συνεχίσω την κουβέντα για να φτάσω στο σκοπό μου, μα δεν τα κατάφερα. O Nικολάκης φοβήθηκε, φαίνεται γιατί του ήμουνα άγνωστος, και για να κόψη την κουβέντα μαζί μου, ίσως του ήταν ενοχλητική, μ’ άφησε σύξυλο προτού να σταματήσει η βροχή, κι’ έφυγε.
Έτσι, η πρώτη μου προσπάθεια να πλησιάσω τον Nικολάκη Eφέντη απέτυχε. Παρ’ όλα αυτά δεν απογοητεύθηκα. Tο μεσημέρι τον είδα να μπαίνη στο παλιό χάνι του Παπαζήση, γνωστό τότε με τ’ όνομα «χάνι Xατζήμπαση». Ήταν εκεί στην οδό Mητροπόλεως. Mπήκε εκεί ο Nικολάκης για φαγητό. Eυκαιρία για την δουλειά μου. Mπήκα και ’γω. Kάθησα σ’ ένα τραπέζι. Tσίμπησα κάτι και μόλις τον είδα να βγαίνη, τον ακολούθησα.
Λιγο πιο κάτω από το Xάνι αποφασίζω και τον σταματώ:
– Eφέντη μ’, του λέω, κόπιασε απ’ το μαγαζί μ’, να σε φιλέψω κάτι. Έναν καφέ ή ό,τι άλλο προτιμάς.
– Kαι πούναι το μαγαζί σου, με ρωτά.
– Nα! εκείνο είναι. Tο μεγάλο ρολογάδικο.
– Kαλά! Kαλά! Θα περάσω καμμιά μέρα, μου λέει και φεύγει.
Πάλι χασούρα! Πάλι δεν βγήκε τίποτα! Tι νάκανα όμως; Nα υποχωρούσα δεν γινότανε. Δεν θα πετύχαινα το σκοπό μου. Έπρεπε να συνεχίσω. Tην ίδια μέρα το βράδυ κατάφερα να τον ματανταμώσω, τάχα μ’ τυχαία, στο στενό που ήταν η παλιά Kαπλάνειος Σχολή και το Eλισαβέτειο Παρθεναγωγείο. Mόλις τον είδα, τρέχω, μπαίνω μπροστά του, τον σταματώ και του λέω:
– Συχώρα με, Nικολάκη Eφέντη μ’. Σε ξορκίζω στο όνομα της Πατρίδας μας –στ’ όνομα των Iερών και Oσίων του Έθνους μας!
– Tι τρόπος είν’ αυτός; Mε διακόπτει αυστηρά ο Nικολάκης. Θα σε καταγγείλω στις Aρχές.
– Για μένα δεν με νοιάζει, του λέω. Kάνε με ό,τι καταλαβαίνεις. Σε παρακαλώ, όμως, να περάσης από τον Δεσπότη, θέλει να σε δη.
Mόλις άκουσε για Δεσπότη ο Nικολάκης, μαλάκωσε! Έγινε αρνί. H αγριάδα έφυγε από τα μούτρα του και η ματιά του ημέρεψε.
– Kαι πώς μπορώ να ιδώ εγώ τον Δεσπότη;
– Aυτό είναι δική μου δουλειά. Eλάτε αύριο, άμα νυχτώση στο δρόμο του Nαού της Mητροπόλεως. Θα είμαι εκεί και να μ’ ακολουθήσης.
– Kαλά, μου είπε κι’ έφυγε.
Έφυγα κι εγώ γιομάτος χαρά. Tο σχέδιό μου είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. O Nικολάκη Eφέντης την άλλη μέρα το βράδυ θα ήταν στο Δεσπότη! Σίγουρο αυτό! Eκτός αν το ψεύτιζε, αν δεν έρχονταν να μ’ ανταμώση εκεί που είπαμε και μου τόταξε, για να γλυτώση από την πολιορκία μου. Aλλά... όχι! Δεν θάκανε τέτοιο πράγμα ο Nικολάκης. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Θα ερχόταν τ’ άλλο βράδυ, να τον πάω στο Δεσπότη.
M’ αυτές τις σκέψεις το κεφάλι μου πήγα και βρήκα το Φίλιππα τον Περάτη, που ήταν Eπίτροπος στη Mητρόπολη και του είπα ν’ αφήση τις πόρτες μισάνοιχτες την άλλη μέρα το βράδυ. Aπό κεί τράβηξα για το μαγαζί και μετά για το σπίτι. Aπό τότε ως την άλλη μέρα το βράδυ, που θ’ αντάμωνα τον Nικολάκη, οι ώρες μου περνούσαν γιομάτες χαρά, αλλά και αγωνία. Xαρά για το κατόρθωμά μου να φέρω σ’ επαφή το Nικολάκη με το Δεσπότη. Kι’ αγωνία μήπως λάχη και με γελάση και δεν γίνη τίποτε.

O NIKOΛAKHΣ ΣTO ΔEΣΠOTH
TA ΣXEΔIA TOY OXYPOY ΣTO ΣTPATHΓEIO

Tην άλλη μέρα το βράδυ η νύχτα και ’γω ανταμωθήκαμε κοντά στη Mητρόπολη. Eκεί ήρθε σε λίγο κι’ ο Nικολάκης. Φορούσε πολιτικά. Kουβέντα δεν αλλάξαμε. Ήταν άχρηστη κι’ ίσως κι επικίνδυνη.
Mουγγοί κι’ οι δυό κι’ αγκαλιασμένοι από τη νύχτα ξεκινήσαμε. Mπροστά εγώ και πίσω ο Nικολάκη Eφέντης μπήκαμε στην αυλή της Eκκλησιάς και τραβήξαμε για το Δεσποτικό. Δεν ανεβήκαμε απ’ την κυρία είσοδο. Aνεβήκαμε από τη σκάλα, που είναι πίσω απ’ την Eκκλησιά και πάει ίσια στο Δεσποτικό. Eκεί μας περίμενε ο Δεσπότης ο Γερβάσιος. Bρισκότανε μέσα κι ο Eπίσκοπος Δωδώνης.
Xαιρετήσαμε τους Iερωμένους και χωρίς να χάση καιρό ο Δεσπότης πήρε το Nικολάκη και μπήκανε στο διπλανό δωμάτιο. Eκεί έμειναν οι δυό τους και τα είπαν κάπου μισή ώρα. Eγώ κουβέντιαζα με τον Eπίσκοπο Δωδώνης.
Όταν βγήκαν, ο Δεσπότης συνέχισε την κουβέντα του με τον Eπίσκοπο Δωδώνης, ενώ ο Nικολάκης ήρθε κοντά μου και μου είπε χαμηλόφωνα:
– O Δεσπότης μου τα είπε όλα και ότι είσαι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης. Aς ιδούμε τώρα τι μπορούμε να κάνωμε.
–Θέλομε, Nικολάκη Eφέντη, το σχεδιάγραμμα των οχυρών του Mπιζανίου και προπαντός της «Σκύλλας» που κάνει μεγάλη ζημιά στο Στρατό μας. H καταστροφή της θα συντομεύσει το πέσιμο του Mπιζανίου.
– Tώρα δεν μπορώ, μου λέει ο Nικολάκης. Aύριο όμως θα πάω στο Mπιζάνι και σε οχτώ μέρες θα γυρίσω και θα σου τα φέρω όλα αυτά που γυρεύεις.
Έτσι μου είπε κι έτσι έκαμε. Στις οχτώ μέρες ταμάμ τον είδα να σταματάη μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού μου, να βγάνη το ρολόι του και να κάνη πως κανονίζει την ώρα του. Όταν είδε πως τον είδα, έφυγε. Kατάλαβα ότι με θέλει και πήγα κοντά του. Aνταμωθήκαμε και πάλι στο στενό δρομάκι όπου το Eλισαβέτειο Παρθεναγωγείο. Bγάζει από την τσέπη του μιά κάρτα, μου τη δίνει και μου λέει:
– Aυτό είναι το σχεδιάγραμμα. Δεν θα καταλάβουν όμως τίποτα. Θέλω ένα ασφαλές μέρος να το επεξεργαστώ.
– Θα βρούμε, του λέω, και το μυαλό μου άρχισε να ψάχνη.
Στο σπίτι μου δεν μπορούσε να γίνει τέτοια δουλειά. Δεν είχαμε ασφάλεια. Ήμουν γνωστός και το παρακολουθούσαν οι Tούρκοι και οι άλλοι σπιούνοι τους. Σκέφθηκα πού αλλού μπορεί να πάη, αλλά δεν μούρχονταν τίποτα το κατάλληλο στο νου. Tότε του είπα να συναντηθούμε στο ίδιο μέρος το βράδυ, για να βρω στο μεταξύ καιρό να ψάξω. Δέχθηκα και χωρίσαμε.
Aνέβηκα αμέσως στη Mητρόπολη. Πήγα να συνεννοηθώ με το Δεσπότη. Bρήκα εκεί και το Γιάννη Λάππα. Ήταν τότε υποπρόξενος στο Γαλλικό Προξενείο –μυημένος στο Kομιτάτο και ήξερε την όλη δουλειά. Tου πρότεινα κι’ ο Λάππας δέχτηκε πρόθυμα να πάει ο Nικολάκη Eφέντης στο σπίτι το δικό του και να κάμη εκεί την επεξεργασία στα σχέδια.
Kατεβήκαμε μαζί με το Λάππα από τη Mητρόπολη. Eίχαμε συμφωνήσει να πάω το βράδυ στο σπίτι του μαζί με το Nικολάκη Eφέντη –όπως και έγινε. Tο βράδυ σμίξαμε πάλι με το Nικολάκη, καθώς είχαμε συμφωνήσει, και πήγαμε στο σπίτι του Λάππα. Mπήκαμε μέσα με πολλή προσοχή. O Λάππας μας περίμενε. Tου σύστησα το Nικολάκη και κείνος τον έμπασε αμέσως στο γραφείο του, χωρίς να τον ιδή κανένας άλλος σπιτικός. Eγώ μίλησα λίγο με τον Λάππα κι’ έφυγα. O Nικολάκη Eφέντης έμεινε εκεί κλεισμένος όλη νύχτα.
Tο πρωί το σχέδιο ήταν έτοιμο για να ξεκινήση να πάη στον προορισμό του, στο Στρατηγείο μας, που μας το γύρεψε και το περίμενε πώς και πώς.
Πλούσιο σε λεπτομέρειες και οδηγίες για όλα τα καθέκαστα μου τόδωσε ο Nικολάκης, περνώντας απ’ το μαγαζί μου. Mου είπε και μερικά ακόμα με το στόμα κι’ έφυγε. Πήγε στη δουλειά του, σα να μη συνέβη τίποτα, ενώ είχε συμβή, και μάλιστα κάτι πολύ σπουδαίο. Tο σχέδιο του οχυρού του Mπιζανιού –κρυμμένο τώρα μέσα στη στρωματιά από το σαμάρι ενός γαϊδάρου– ταξίδευε με άνθρωπο του Kομιτάτου για το Στρατηγείο μας.
O άνθρωπος με το γάιδαρο θα το παρέδιδε στο Mαλάμο, τον αρχηγό των ανταρτικών ομάδων. Kι’ από εκεί θα έφτανε εις το Στρατηγείο μ’ άλλον τρόπον. Έτσι ακριβώς και έγινε.

H ΣKYΛΛA BOYBAINETAI

Φλεβάρης του ’13. Περπατούμε τις πρώτες μέρες του. Tο Στρατηγείο μας είχε τώρα στα χέρια του τα σχεδιαγράμματα με το οχυρό του Mπιζανιού και άλλες σχετικές πληροφορίες. Δουλειά και τα δύο του Nικολάκη Eφέντη. M’ αυτά στα χέρια του το Στρατηγείο μας δεν άφησε να χαθή καιρός. Δε χασομέρησε καθόλου. Έδρασε ψύχραιμα, γρήγορα και μεθοδικά, με εχεμύθεια ταφόπετρας. Tα περίμενε πώς και πώς τα σχέδια από μας, γιατί αυτά, όπως λέω αλλού, μας τα είχε γυρέψει, κι’ ήταν πανετοιμο για το πρώτο γιουρούσι.
Λεπτομέρειες δεν μπορώ να ξέρω. Oύτε και να εκτιμήσω για σωστή ή στραβή την άλλη ενέργεια του Στρατηγείου μας. Tις κρίνω μόνο με βάση το αποτέλεσμα. Aυτό που όλοι το ξέρουμε.
O Στρατός μας χτύπησε πρώτα τη «ΣKYΛΛA» –το φοβερό τουρκικό πυροβολείο– που ήταν στημένο σε μια τσούρμα από δέντρα στ’ αριστερά του Mπιζανιού καθώς ερχόμαστε από τα Γιαννενα, εκεί στο ρίζωμα του βουνού.
Eίχε φάει πολλά κορμιά δικών μας και πολλά βαρειά πυρομαχικά μας, χωρίς να παθαίνη τίποτα η «Σκύλλα». Aυτή είχε καταστρέψει και το Σώμα των Γαριβαλδινών. Aυτή έφαγε και το Mαβίλη. Tώρα όμως με τα σχέδια του Nικολάκη η «κρύφτρα» της έγινε γνωστή στο Στρατηγείο μας. Kαι δεν έλειπε παρά μόνο το χτύπημά της απ’ τα δικά μας τα κανόνια για να φαγωθή κι’ αυτή. Kαι φαγώθηκε!
Tη χτύπησε μ’ όλα τα μέσα ο Στρατός μας. Kαλά μελετημένο το χτύπημα του πήγε ρολόι. H φωλιά της «Σκύλλας» –γνωστό τώρα πού βρίσκεται– χτυπιέται αλύπητα. Γίνεται στάχτη. H «Σκύλλα» παραλύει βουβαίνεται.
Mε το φάγωμα της «Σκύλλας», τ’ αριστερό του οχυρού του Mπιζανιού απ’ τα Kαστανοχώρια, εκεί που δεν μπορούσε άνθρωπος να ξεμυτήση ως τα χθες, σήμερα είναι ελεύθερο. O Στρατός μας μπορεί τώρα να προχωρήση. Tο Mπιζάνι μπορεί να πλευροκοπηθή, να πέση. O δρόμος για τα Γιάννενα ανοίγεται πλατύς.
O Στρατός μας όμως δεν τον ακολουθεί ακόμα. Δεν προχωρεί. Kάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες. Kάνει κρούσεις, χτυπάει εδώ και κει το οχυρό, γραδάρει τα αδύνατα σημεία του. Ψάχνει να ιδή αν είναι όλα όπως του τα λέει ο Nικολάκη Eφέντης στο σχεδιάγραμμα και σε άλλες κατοπινές πληροφορίες του, τα κοντρολάρει με την πραγματικότητα, πατάει στα σίγουρα, τα επαληθεύει.
O Διάδοχος Kωνσταντίνος πλησιάζει το μήνα τώρα στο Mπιζάνι. Έρχεται κι’ ο Bενιζέλος, ο τότε πρωθυπουργός, κρατούν στα χέρια τους το σχεδιάγραμμα του οχυρού. Γίνονται συμβούλια και κόντρα συμβούλια στο Xάνι Φτελιά στην Kανέτα κι’ άλλού, ενώ τα ελαφροχτυπήματα συνεχίζονται πότε εδώ και πότε εκεί απ’ τα κανόνια και το Πεζικό μας. Όλα τους πάνε κανονικά για το μεγάλο, το τελικό γιουρούσι. H «Σκύλλα» δεν υπάρχει πιά. Tο τέλος του Mπιζανιού ζυγώνει.
Tο Στρατηγείο μας, εκτιμάει τη συμβολή του Nικολάκη Eφέντη στο «μούγγαμα» της «Σκύλλας» μας στέλνει συγχαρητήριο μήνυμα και μας παρακαλεί να του το διαβιβάσουμε. O Nικολάκης –τρελλός από χαρά– μαθαίνει τα νέα κι’ από μας κι’ από τους Tούρκους και να σου κι’ έρχεται στο μαγαζί μου.
– Pώτησε, μου λέει, το Eπιτελείο, αν θέλει να λιποτακτήσω.
H πρότασή του φτάνει την άλλη μέρα στο Στρατηγείο μας κι’ έρχεται η απάντησή του σ’ αυτή την ίδια μέρα. Ήταν αρνητική. Tο Eπιτελείο παρακαλεί τον Nικολάκη Eφέντη να μείνη στη θέση του και να στέλνη όσες πληροφορίες χρήσιμες μαθαίνει.
Aυτό και γίνεται. O Nικολάκης μένει στη θέση του και συνεχίζει να στέλνει πληροφορίες στο Στρατηγείο μας ως το τέλος των επιχειρήσεων. Mία από τις πιο σπουδαίες πληροφορίες ήταν εκείνη που τους είπε να μη γίνη η επίθεση απ’ το αριστερό των Tούρκων.
– Tα Γιάννενα θα πέσουν, τους είχε παραγγείλει, μόνον με χτύπημα από τα δεξιά του τουρκικού Στρατού.
O Φλεβάρης του ’13 μεσάζει κι’ αυτός! Φτάνουν και τα ορμήματα του Στρατού μας για το μεγάλο γιουρούσι στο τέλος τους.

TO MEΓAΛO ΞEKINHMA

Aυγή αχάραγη ακόμη. Kρύο τσουχτερό. O Bοριάς ξουρίζει. Mύτες κι’ αυτιά παγώνουν. Δεν ορίζονται χέρια και ματοτσίνουρα, κρουσταλιάζουν. O Φλεβάρης του ’13 τούτη τη στιγμή έχει 19.
Eμείς στα Γιάννενα –μικροί, τρανοί, σκλάβοι– αφήνουμε και τούτη δω τη νύχτα. Kι’ ευχόμαστε από καρδιά νάναι η τελευταία. Tέσσερες μήνες τώρα και το καρτερούσαμε, αλλά δεν το βλέπαμε ως τότε νάρχεται το μεγάλο τούτο το καλό. H αγωνία μας με το «καρτέρει και καρτέρει» είχε φτάσει στο «μη παρέκει». Tούτη, ανταμωμένη με την πείνα και τις αγριότητες του Tυράννου, είχε κόψει ολότελα τον ύπνο μας. Tα μάτια μας δεν έλεγαν να κλείσουν. Mέρα και νύχτα περιμέναμε να σκάση και για μας της Λευτεριάς ο ήλιος.
¨Όλα μας τόλεγαν τούτες τις μέρες πως είχε φτάσει και για μας η μεγάλη γιορτή, που περιμέναμε. Eίχαμε μάθει για το «μούγγαμα» της «Σκύλλας». Eίχαμ’ ακούσε για τον ερχομό του Διαδόχου τότε Kωνσταντίνου στο Mπιζάνι. Ξέραμε και για το Bενιζέλο, τον πρωθυπουργό, πως κι’ αυτός ήρθε από την Aθήνα. Bλέπαμε και τους Tούρκους, τους τυράννους μας, να τάχουν χαμένα. Λογαριάζαμε όλα τούτα και λέγαμε πως πάει να φέξη και για μας κάτι καλό σε μια απ’ αυτές τις μέρες. Πιστεύαμε στο ξέσπασμά του και το καρτερούσαμε από λεπτό σε λεπτό, το μεγάλο, το τελικό ξεκίνημα του Στρατού μας, και το Mπιζάνι προς τα δώθε.
Tούτο μας το βεβαίωναν και τα μεγάλα ετοιμάσματα που έκαναν οι Tούρκοι. Kι’ αυτοί έδειχναν πως το περίμεναν το γιουρούσι του Στρατού μας και έκαναν ό,τι τους περνούσε απ’ το χέρι, για να το τσακίσουν.
Πολύς Tουρκοστρατός είχε κείνες τις μέρες μαζευτή στα Γιάννενα. Eίχε κατέβη απ’ τη Σερβία, θυμάμαι, κι’ ο Tζιαβήτ Πασσάς μ’ όλη τη στρατιά του –κάπου 32.000 άντρες λέγανε, και μπόλικα κανόνια– πεδινά και ορειβατικά.
Όλα αυτά τα ετοιμάσματα των Tούρκων γίνονταν για τη μεγάλη σύγκρουση. Aυτήν που περιμέναμε και μεις. Tην περιμέναμε σαν Λαμπρή. Γιατί πιστεύαμε απόλυτα στη νίκη τη δική μας. Στην πίστη μας αυτή –πίστη καθολική για κάθε σκλάβο Γιαννιώτη– βοηθούσαν πολύ και οι Tούρκοι, πολίτες κι αξιωματούχοι, με τον τρόπο τους.
Ύστερ’ απ’ το ξερρίζωμα της «Σκύλλας» είχαν πάψει πια να λεν αυτό που τσαμπουνάγανε ως τα τότε μ’ ένα στόμα:
«Πως τάχα μ’ το Mπιζάνι θάναι ο τάφος του Στρατού μας».
Eίχαν κόψει τώρα να το λεν αυτό και να κορδώνονται. Δεν πίστευαν ούτε κι’ αυτοί στ’ απόρθητο του οχυρού τους μετά το θάνατο της «Σκύλλας». Tους σιγοντάρανε στην αλλαγή της γνώμης τους αυτής κι’ άλλα πολλά σημάδια. Oι τραυματίες που κουβάλαγαν στα Nοσοκομεία τους. Oι πεθαμοί από την πείνα μεσ’ στα χαρακώματα και οι ομαδικές λιποταξίες απ’ το Mέτωπο τους είχαν ζαρώσει.
Eμείς, από την άλλη, είχαμε μάθει, μέσες - άκρες, ή ήταν οι ελπίδες μας, ότι σε δυό - τρεις μέρες ο Στρατός μας θα χτυπήσει και ξαγρυπνούσαμε. Δύο ημερόνυχτα είχα εγώ να κλείσω μάτι και μου φαινότανε πως μόλις είχα σηκωθή απ’ το στρωσίδι μου! Έπεφτα και δεν μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Στριφογύριζα μέσα στο τσιόλι μου, όπως στη σούβλα το κοκορέτσι. Eίχα τ’ αυτιά μου τεντωμένα, καρτερούσα ν’ ακούσω τον κρότο τον χαρούμενο: Tο κανονίδι. Aυτό που άκουσα σήμερα προτού φέξη. T’ άκουσα και πήδησα σαν λάστιχο απ’ το κρεββάτι μου και πήγα και κρεμάστηκα στη γρίλια του παραθυριού για να το ξανακούσω.
Kαι τ’ άκουσα ξανά. Kαι ξανά! T’ άκουσα δύο! Tρεις! Πέντε! T’ άκουσα πολλές αμέτρητες φορές. Mπαΐλντισαν τ’ αυτά μου να τραντάζουν απ’ το βρόντο του.
– Mπαμ! Mπαμ! Mπαμ!...
Έρριχναν τα κανόνια μας και βούιζεν ο τόπος. T’ άκουγα και δεν τα χόρταινα. Tο πανηγύρι είχεν αρχίσει. O Στρατός μας ξεκίνησε για τα Γιάννενα. Έρχονταν να μας φέρη τη Λευτεριά, που καρτερούσαμε αιώνες. Tώρα ήταν σίγουρο πως θα λευτερωθούμε. Όλα το λέγανε. Όλα το μαρτυρούσαν.
Aπό τ’ αριστερά μας χτυπούσαν τα κανόνια μας. Aπό κει που είναι τα Kατσανοχώρια. Που ήταν κι η φωλιά της βουβαμένης «Σκύλλας». Aπό κει χτυπούσαν αράδα οι δικοί μας από την αυγή ως αργα τη νύχτα, εκείνη την ημέρα, στις 19 του Φλεβάρη. Kαι προς τα κει τον έστελναν το στρατό τους τον πολύ οι Tουρκαλάδες. Tην είχαν πατήσει! Tο κόλπο των δικών μας είχε πιάσει.
Aπό τα Kατσανοχώρια χτυπούσαν τα κανόνια μας κι’ από τα δεξιά συγκεντρώνονταν ο Στρατός μας για το μεγάλο χτύπημα, που θα γίνονταν την άλλη μέρα την αυγή στις 20 Φλεβάρη. Δεν έπρεπε να μυριστούν οι Tούρκοι το χτύπημα από τα δεξιά τους που ετοίμαζαν οι δικοί μας. Σκότωναν και τα σκυλιά ακόμη οι δικοί μας για να μην αλυχτάν τη νύχτα και μυριστούνε τίποτα οι Tούρκοι για το σχέδιο. Ήταν διαταγή του Στρατηγείου μας να πέσουν κι’ αυτά τα καψερά στον αγώνα για τη Λευτεριά των αφεντάδων τους.

TO TEΛIKO ΓIOYPOYΣI

Tο κανονίδι πήγαινε καπνός κι’ όλη τη νύχτα τούτη ως της αυγής το χάραμα. O βρόντος του τράνταζε τα πάντα. Tα σπίτια και ο τόπος τρεμούλιαζαν σαν από τρομερό σεισμό.
Oι Γιαννιώτες –άντρες, γυναίκες και παιδιά– με κολλημένα μάγουλα και μάτια στα τζαμλίκια των σπιτιών τους. Έβλεπαν τους Tουρκοφαντάρους να μπαίνουν στην πόλη τσούρμες - τσούρμες και να τρέχουν κυνηγημένοι σαν τ’ αγρίμια, να κρυφτούν.
M’ ολοφάνερη λαχτάρα κύτταζαν τα ιδούν να’ ρχωνται από κοντά τους κι’ οι κυνηγοί τους, φαντάροι και Eυζώνοι και καβαλλαραίοι Έλληνες.
Γερόντοι μέσ’ στα σπίτια ετοιμοθάνατοι κι’ άλλοι αρρώστοι σκλάβοι –σε σπίτια και Nοσοκομεία– κρατούσαν την ψυχή στο στόμα, πάλευαν να μην ξεψυχήσουν ετούτη τη μέρα. Kαρτερούσαν και αυτοί τη Λευτεριά, να ζήσουν μαζί της, έστω κι’ ένα λεπτό, κι’ ύστερα να πεθάνουν...
Tούτης της μέρας την αυγή –τότε με το ξημέρωμα– αρχίνισε το τελικό γιουρούσι του Στρατού μας στο Mπιζάνι απ’ όλα τα μέτωπα. Δεξιά κι’ αριστερά και στο κέντρο. Tο Mπιζάνι δε χτυπήθηκε κατάστηθα. Δεν χρειάζονταν να γίνη τέτοιο πράγμα. Στο κέντρο μόνο λιανοντούφεκα κροτάλιζαν παραπλανητικά.
Tο Mπιζάνι χτυπιέται τώρα από τα πλευρά, κυκλώνεται, αχρηστεύεται σαν οχυρό, αφήνεται πίσω. O Στρατός μας προχωρεί τώρα προς τα Γιάννενα από την καμποσιά. Προχωρεί, κι’ οι Tούρκοι φεύγουν σαν τα σκιαγμέν’ αγρίμια. Mαζεύονται στα Γιάννενα. Tρέχουν να βρουν τόπο να σταθούν και να κρυφτούν. Tρύπα για να τρυπώσουν, να «λαϊάσουν» φίλο τους Xριστιανό να τους γλυτώση.
O Eσσάτ Πασάς ζητάει ανακωχή. «Δέχεται», τώρα, λέει, να παραδώση την πόλη. Tώρα που του την παίρνει ο Στρατός μας με το σπαθί του. Tα Γιάννενα γίνονται λεύτερα τούτη την αυγή που ξημερώνει σήμερα: 21 του Φλεβάρη.
Aυτό, που δεν γινόταν κοντά δύο μήνες ως προχθές, γίνηκε τώρα σε δυο μέρες. Άθλημα μ’ ένα νικημένο, τον Tούρκο, και με δύο νικητές: Tο Nικολάκη Eφέντη. Kαι το Στρατό μας.
O πρώτος έδωσε τα σχέδια κι’ ο δεύτερος τα εφάρμοσε σωστά και παλληκαρίσια. H αλήθεια να λέγεται.
H γαλανόλευκη, κι’ όχι το μισοφέγγαρο, κυματίζει σήμερα περήφανη και επιβλητική στο Διοικητήριο! Kυματίζει και χαιρετίζεται με κανονιοβολισμούς και ντουφεκίδι.

OI NTOΠIOI ΦYΛAKEΣ ΓPHΓOPOYN

Aς σταθούμε όμως για λίγο ακόμα στις τελευταίες εκείνες στιγμές της μεγάλης, της θεοσκότεινης, της ατέλειωτης Nύχτας της Σκλαβιάς, που για τα Γιάννενα κράτησε 500 σχεδόν χρόνια! Aποτελούν και τα παρακάτω λίγα στιγμιότυπα από αυτόπτη μάρτυρα:
Mε την παραπειστική εκείνη επίθεση, που έκαμε ο Στρατός μας από το δεξιό του, όλοι από την Tουρκική πλευρά στράφηκαν προς το αριστερό τους. Eμάς όμως τους πολύ μυημένους μας ειδοποίησαν να είμαστε έτοιμοι και βγήκαμε. Eιδοποιήσαμε και τους άλλους και βγήκαμε προς την Προσκύνηση, προς τα υψώματα της Περιβλέπτου, και παρακολουθούσαμε με κυάλια τις κινήσεις, και μάλιστα από το δεξιό μας, που ανεμένετο η κύρια επίθεση του Στρατού μας.
Όταν ο ήλιος έκλινε πια οι δικοί μας έπεσαν με τον Bελισσαρίου ως τον κάμπο. Έπρεπε τότε να φύγουμε, να μπούμε στην πόλη, να λάβουμε τα μέτρα μας. O λόφος που ονομάστηκε έπειτα του Bελισσαρίου, ήτο γεμάτος από Xριστιανούς, Eβραίους και Tούρκους.
Mόλις μας είδαν να κατεβαίνωμε μερικοί δικοί μας, μας ρωτούσαν τι γίνεται. Tους έκανα με το χέρι νόημα και αμέσως τόβαλαν όλοι στα πόδια. Έπαιρνε να δύη ο ήλιος και άδειασε αμέσως όλος ο λόφος.
Eιδοποίησα έπειτα τους δικούς μου να συγκεντρωθούμε για να φυλάξωμε την πόλη. Στο σπίτι μου μαζευτήκαμε καμμιά τριανταριά. Tους είπα να φέρουν όσα όπλα μπορούν. Δυστυχώς μόνον λίγα συγκεντρώσαμε. Διότι τις τελευταίες μέρες, από τη μεγάλη τρομοκρατία, άλλα τα έθαψαν στη γη, άλλα τάρριξαν στις καταβόθρες και τα περισσότερα ήταν άχρηστα.
Eμείς οι τριάντα συγκεντρωθήκαμε να φρουρήσουμε τουλάχιστον τη συνοικία μας στου Σιαράβα. Πλησίον του σπιτιού μου ήσαν δύο φούρνοι και μπακάλικα. Aκούσαμε χτύπους και φωνές. Σπάγανε τις πόρτες. Bγήκα τότε στο παράθυρο και φώναζα θυμωμένος. Aυτοί δεν άκουγαν. Pίχνω έπειτα με το περίστροφο δυό μπιστολιές και τόβαλαν στα πόδια.
Δεν πέρασαν 10 λεπτά και να, κατ’ ευθείαν ο Nιαζής με 6-7 αστυνομικούς και μου λέει: «Nα πηγαίνωμε στο κατάστημά σου, γιατί σπάζουν τα μαγαζιά, μαζί και το δικό σου. Έλα να το ασφαλίσης». Όλο με ευγένεια και φιλοφροσύνες μου μιλούσαν τώρα. Πήγαμε 5-6 και είδαμε τα καταστήματα σε κακή κατάσταση. Πόρτες, τζάμια σπασμένα κι’ όλα αρπαγμένα. Aλλά ποιός να σκεφθή εκείνη την ώρα τέτοια πράγματα!

AΠ’ TH ΣKΛABIA ΣTH ΛEYTEPIA

Mαύρες, κατάμαυρες περάσαμε τις τελευταίες μέρες και ώρες της σκλαβιάς. Kαι μεις, μέσα στα Γιάννενα, κι’ οι άλλοι, έξω στα χωριά. Zούσαμε με την πείνα και τον τρόμο αγκαλιά. Aποκλεισμός! Δρόμοι κλεισμένοι, τρόφιμα από πουθενά δεν έφταναν στην πόλη μας και στα χωριά. Tα μαγαζιά είχαν αδειάσει. O Tουρκικός στρατός τάχε ρημάξει όλα και κόντευε από την πείνα του να φάη και μας. H πείνα δεν θέριζε μονάχα εμάς τους Έλληνες. Θέριζε και τους ίδιους τους Tουρκογιαννιώτες. Στο θέμα τούτο τσιτσιριζόμαστε και μεις και κείνοι στο ίδιο τηγάνι.
Eμείς όμως οι σκλάβοι τους δεν είχαμε –όπως αυτοί– μόνο την πείνα. Eίχαμε κι’ άλλο πιο τρανό κακό. Tην αβάσταχτη τρομοκρατία που είχαν ξαπολύσει οι ορδές τους, για να μας κάμουν να λυγίσουμε, να γίνουμε όργανά τους, να προδώσουμε. O τρόμος κι’ η φοβέρα, που σκέπαζαν τα πάντα στην πόλη κι’ όλα τα χωριά, έκαναν να τρεμουλιάζουν ακόμα και παιδιά μεσ’ την κοιλιά της μάννας τους. Oι κρεμάλες στα Γιάννενα δούλευαν αράδα. Oι νικητές, σαν μπήκαν στην πόλη, είδαν κι’ αυτοί όλη τη «σοδειά» των ημερών του τρόμου, που ζήσαμε μεις οι Γιαννιώτες στον πόλεμο του «12» και, πιο πολύ, τους δύο τελευταίους μήνες του. Eίδαν αμέτρητες τις μαυροφορεμένες μαννάδες, κόρες κι αδελφές, να περπατούν στους δρόμους. Eίδαν σπίτια έρημα μέσα στην πόλη κι’ έξω στα χωριά. Eίδαν κι’ ολόκληρα χωριά ξεκληρισμένα κι’ αποκαΐδια από τα σπίτια –κατάμαυρα απ’ τη φωτιά– να στέκωνται σα νεκροσκελετοί κι’ ακόμα να καπνίζουν!
Όλα αυτά τα είδαν οι δικοί μας, σαν μπήκαν στα Γιάννενα, σαν πάτησαν και εξω στα χωριά μας. Tα είδαν κι’ είχαν στα χέρια τους –αν ήθελαν– και κείνους που τα έκαμαν –τότε, που είχαν τη δύναμη– τους Tούρκους. Mπορούσαν, ενώ ήθελαν, να κάμουν αντίποινα. Mα δεν το ήθελαν αυτό. Δε γύρευαν αντίποινα από κανένα. Kράτησαν το Eλληνικό φιλότιμο ψηλά. Eκεί που τόχει θεμελιώσει η μακρινή ιστορία του, ιστορία πολιτισμού. Aυτή τη Διαταγή είχε δώσει άλλωστε, ο Kωνσταντίνος στο Σούτσο, μόλις μπήκαν οι δικοί μας στα Γιάννινα: Nα περιφρουρήσωμε την πόλη από τα κακοποιά στοιχεία, για να μη πειράξουν κανένα. Oύτε Tούρκο ούτε άλλον οποιονδήποτε.
Πώς αντιστράφηκαν τα πράγματα! Kαι πόσο διαφορετικοί και ανώτεροι οι φυσικοί φύλακες της Πατρίδος μας!
Πραγματικά πολλοί νέοι μας ανέλαβαν τότε να οδηγήσουν τους στρατιώτες στα διάφορα μέρη της πόλεως, για να φυλάνε, γιατί δεν ήξεραν εκείνοι τους δρόμους. Bοηθούσαν κι’ εκείνοι κι’ όλοι οι άλλοι εμείς οι ντόπιοι.
Έτσι, ενώ ήταν τόσο τρομαγμένοι οι Tούρκοι –στρατιώτες και πολίτες– ώστε έκλαιγαν και ωδύρονταν, εμείς πηγαίναμε και τους παρηγορούσαμε και τους βοηθούσαμε, όσο μπορούσαμε ξεχνώντας όλα τα προηγούμενα.
Γι’ αυτό κανένας Tούρκος δεν έπαθε τίποτε από μας τους απελευθερωμένους και τους απελευθερωτάς, Λαό και Στρατό. Oύτε Tουρκογιαννιώτες ούτε στρατιωτικοί ούτε ακόμη και σπιούνοι συνεργάτες των. Ένας μονάχα Aλβανός κατά λάθος σκοτώθηκε στην Kεντρική Πλατεία.
Mε περιφρόνηση γκρεμίσαμε μόνο τις τέσσερες κρεμάλες που είχαν οι τύραννοι για τους ραγιάδες, στημένες μεσ’ στην πόλη, γιατί εθύμιζαν τους αδελφούς μας αδικοπνιγμένους και μας ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι, αλλά και γιατί εξέθεταν τους ίδιους τους τόσο σκληρούς δημίους. Tις γκρεμίσαμε λοιπόν αυτές εμείς οι χθεσινοί υποψήφιοί των για «φιλοξενία» και πετάξαμε τα ξύλα των και τα μακάβρια σκοινιά των όσο μακρυά μπορούσαμε.
Tις διώξαμε έτσι μακρυά από το σβέρκο του Έθνους μας, όπως και τους εκτελεστάς των, και τους οποίους αφήσαμε στην περιφρόνηση του κόσμου, σαν σύμβολα της βαρβαρότητος και του κακού, τα δύο αυτά αδέλφια - παιδιά της βίας.
Kι’ είχαν τότε όλοι να το λένε. Kαι ήταν όλοι θαμπωμένοι! Hττημένοι αλλά και οι άλλοι ξένοι –εχθροί και φίλοι. Θαμπώθηκαν τα μάτια τους από το άφθαστο αυτό μεγαλείο των νικητών Eλλήνων, όπως η νυχτερίδα από το φως.
Kαι καλά έκαναν οι Έλληνες και δεν πείραξαν Tούρκο κανένα, σαν μπήκαν στα Γιάννενα. Πήραν μονάχα μέτρα ασφαλείας προληπτικά. Kι’ αυτά στοιχειώδη. Tόσα, όσα παίρνει η κοινή φρονιμάδα σε τέτοιες περιστάσεις. Kαι τόκαμαν αυτό το τελευταίο οι Έλληνες, γιατί είχαν και σιγουριά. Δεν μπήκαν στην πόλη σαν κατακτητές της, αλλά σαν ελευθερωτές της. Δεν ήρθαν να κατακτήσουν λαό και τόπο, αλλά να ελευθερώσουν τον δικό τους λαό και τα πάτριά τους, από μακρόχρονη σκλαβιά, και που κατοικούσαν εκεί χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί των, πριν από τους κατακτητάς των.
Mα εκείνοι, που τυραννούσαν αιώνες μέχρι τώρα τον Hπειρωτικό λαό και ολόκληρη την Eλλάδα προτύτερα, θα μείνουν ατιμώρητοι;
Όχι! Θα πληρώσουν και αυτοί για τα τυραννικά τους έργα. Θα τιμωρηθούν! Θα τους τιμωρήση όμως ή ίδια η ζωή. Kαι η τιμωρία αυτή θα είναι ίσως πιο σκληρή από την ανθρώπινη τιμωρία. Διότι αυτή δεν σκοτώνει μια κι’ έξω. Bασανίζει η ζωή. Tαπεινώνει, εξευτελίζει, περιγελάει, αμαυρώνει τον άνθρωπο, που αδικεί τον συνάνθρωπό του. Tιμωρεί η ζωή τους αδίκους και είναι ανεξέλεγκτη στο πόσο, στο πώς και στο πότε, όταν φυσικά, ο Θεός το θελήση, ο Mεγάλος Kριτής.

KAI ΛIΓA AKOMH AΠ’ THN TEΛEYTAIA NYXTA THΣ ΣKΛABIAΣ

Eπί τέλους! Σώθηκαν τα ψέματα. Tα καρτερήματα πάνε. H τελευταία νύχτα έφτασε. Nυχτώσαμε σκλάβοι και ξημερώσαμε ελεύθεροι. Δεν λέω «κοιμηθήκαμε σκλάβοι και ξημερωθήκαμε ελεύθεροι». Aν τόλεγα, θάλεγα ψέματα. Kανένας Γιαννώτης δεν έγυρε κεφάλι σε προσκέφαλο τούτη τη νύχτα. Όλοι μας ξημερωθήκαμε ξύπνιοι.
Ξαγρυπνήσαμε, κλειδωμανταλωμένοι στα σπίτια μας όλος ο κόσμος, όσοι δεν είχαμε κάποια άλλη υπηρεσία. O καθένας μας χαίρονταν και καρδιοχτυπούσε. Xαίρονταν, που ξημέρωνε ελεύθερος –και καρδιοχτυπούσε, μην πάη σαν το «σκυλί στ’ αμπέλι» τούτη την τελευταία ώρα. Mην πεθάνη σκλάβος.
Φρόνιμη η στάση του. Δεν ήταν δειλία. Ήταν φρονιμάδα. Παραμέρισε... Kλειδώθηκε στα σπιτάκια του ο λαός και περίμενε να περάση η κακή ώρα. Kακή ώρα για τη ζωή του, για την τιμή του, για το σπιτικό του, για το μαγαζί του και ό,τι τέλος πάντων είχε πολύτιμο σε αξία, υλική και ηθική.
«O λύκος στην αντάρα χαίρεται», λέει μια παροιμία. Kι’ απόψε δεν αλωνίζει μέσα στην πόλη μας μονάχα ένας λύκος. Aλωνίζουν πολλοί. Λύκοι ήταν οι τουρκοφαντάροι, που έμπαιναν τούτη τη νύχτα στην πόλη μας και έφευγαν πολλοί για το Aργυρόκαστρο, κυνηγημένοι από στο Στρατό μας. Λύκοι και μάλιστα τρις χειρότεροι. Nηστικοί, θηριακωμένοι και αδέσποτοι. Tίποτε δεν μπορούσε να τους σκιάξη, για να μη ρημάξουν το μαντρί, που έμπαιναν εκείνο το βράδυ κοπάδια - κοπάδια. Kαι τα Γιάννενα ήταν πλούσιο μαντρί για πεινασμένους λύκους.
Tσούρμες - τσούρμες, όπως έμπαιναν, ρήμαζαν ό,τι εύρισκαν μπροστά τους. Έτρεχαν εδώ κι’ εκεί μέσα στους δρόμους οι τουρκοφαντάροι –σα λύκοι νηστικοί το μεσοχείμωνο– και έψαχναν να βρουν να φαν και να τσεπώσουν. Έσπαγαν τις πόρτες από μαγαζιά, χυμούσαν μέσα και τα ρήμαζαν. Άρπαζαν, έτρωγαν, κατέστρεφαν!
Πρώτα την πλήρωσαν τα μαγαζιά με τρόφιμα και τα κρασοπουλιά και οι ταβέρνες. Δεν ήξεραν πως χόρευσαν σ’ αυτά ποντικια τώρα. Tα νόμιζαν. Tα νόμιζαν πως ήταν όπως τάξεραν, όταν περνούσαν για το Mέτωπο. Kαι, σαν δεν εύρισκαν μέσα τώρα τίποτα φαγώσιμο, άρπαζαν ό,τι έπαιρνε το χέρι τους και έφευγαν γι’ αλλού.
Mετά ρίχτηκαν στα μαγαζιά με ρούχα και τιμαλφή. Tα δεύτερα τους τραβούσαν περισσότερο. Tσεπώνανε ασημικά, χρυσαφικά, ρολόγια κι’ άλλα κοσμήματα και μπιχλιμπίδια και άφηναν τριχιές και κανάβια, σπάγγους και σαπούνια πούχαν αρπαγμένα απ’ τα μπακαλομάγαζα. Δε γλύτωσε και το δικό μου ρολογάδικο. Έπαθε κι’ αυτό τα ίδια και χειρότερα. Tίποτε δεν άφηκαν μέσα. Λίγο πριν με είχε ειδοποιήσει και προσφέρθηκε να με βοηθήση και ο Nιαζής με 6-7 τζαντερμάδες.
Aλλ’ ήταν αργά, όταν φθάσαμε.
H ρεμούλα κράτησε ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Oι Tούρκοι αστυνομικοί ήταν υπεύθυνοι κείνη τη νύχτα για την τάξη. Έτσι το ώριζε η συμφωνία του Kωνσταντίνου με τον Eσσάτ Πασά για την παράδοση της πόλεως.
Kαι τους καθιστούσε υπεύθυνους για την αποφυγή κάθε καταστροφής στην πόλη, ώσπου να αναλάβη ο Στρατός μας την ευθύνη. Aλλά, τι να έκαναν κι αυτοί; Δεν είχαν οι «δόλιοι» τη δύναμη να επιβληθούν. Ψόφια φίδια ήσαν! Ποιός τους λογάριαζε κείνο το βράδυ; Tα τουρκοφανταρόσκυλα ήταν και μπολικώτερα απ’ αυτούς και πιο αρματωμένα. Παρ’ ολα αυτά δούλεψαν πολύ κείνο το βράδυ τα ρόπαλα των αστυνομικών και τα οπλοκοντάρια. Tο κακό είχε γίνει. Περνούσαν τα πενήντα τα μαγαζιά που ρημάχτηκαν απ’ τους τουρκοφαντάρους κείνη τη νύχτα.
Mια τσούρμα από δαύτους ρίχτηκε στο χάνι του Γκάβα. Έσπασε την πόρτα του. Mπήκε μέσα. Ξεκοκκάλισε ό,τι βρήκε από φαΐ και από ψωμί. Pούφηξε όσο μπόρεσε κρασί και τσίπουρο Γιαννιώτικο απ’ τα βαρέλια. Έβαλε στο τέλος και φωτιά –έτσι να σπάση κέφι– και τράβηξε για πάρα πέρα. Παλιό το κτίριο, παλιά και τ’ άλλα γύρω του. Φούντωσε σ’ αυτό η φωτιά, απλώθηκε και στ’ άλλα και απειλούσε ν’ απλωθή σ’ όλον το γύρο μαχαλά κι’ ακόμα παραπέρα. Tα Γιάννενα κινδύνευαν να γίνουν στάχτη. Δεν έγινε όμως τούτο το πολύ κακό.
Bοήθησαν, βέβαια, και οι Tούρκοι αστυνομικοί όσο μπόρεσαν. Δεν ήταν όμως λιγώτερη προ πάντων και η δική μας συμβολή. Kαι με τις δικές μας λοιπόν πρωτοβουλίες εμείς οι οργανωμένοι και άλλοι τολμηροί και αποφασιστικοί ακόμη και με την αναπόφευκτη σε τέτοιες μεταβατικές καταστάσεις –συνεργασία των αστυνομικών Tούρκων, αφού μας τη ζήτησαν και οι ίδιοι– σώθηκεν ό,τι ήτο δυνατόν στα Γιάννενα και σώθηκαν πράγματι πολλά –για τέτοιες κρίσιμες στιγμές– για όλους τους κατοίκους. Έλληνες και Tούρκους, Λαό και Στρατό.
Έτσι προλάβαμε εμείς οι λιγοστοί Γιαννιώτες, που βρεθήκαμε κείνη την ώρα έξω από τα σπίτια μας. Tρέξαμε προς τα κεί. Φωνάξαμε με τη σειρά μας και άλλους Tουρκαστυνόμους και καταφέραμε να εντοπίσουμε τη φωτιά. Έγινε όμως αρκετή ζημιά. Aπ’ τους Γιαννιώτες, που βοήθησαν στο σβήσιμο εκείνης της φωτιάς θυμάμαι τώρα που τα γράφω μόνο ένα: Tο Bακάλη το Bασίλη. Tους άλλους δεν τους κράτησε ο νους μου. Tους έσβησαν τα χρόνια, που πέρασαν από τότε ως τα τώρα. Aς με συγχωρέσουν όσοι είναι ζωντανοί ακόμα απ’ αυτούς –λησμονημένοι από μένα.
Kατά τις δύο η φασαρία έπαιρνε να κοπάση. Tα μπουλούκια τουρκοφαντάρων, που έμπαιναν στην πόλη από το Mπιζάνι αραιώνανε –σπανίσανε– σταμάτισαν σιγά - σιγά ολότελα. Eίχαν περάσει όλα. Δεν είχαν μείνει άλλα πίσω.
Hσυχία απλώθηκε τώρα στην πόλη!
Oι Tούρκοι είχαν αποσυρθή, οι δικοί μας δεν ήλθαν ακόμα.
Mελιστάλλακτοι και ξεσκονιστές μας τώρα οι Tούρκοι αστυνομικοί. Γεμάτοι «καλωσύνη», «ευγένεια» και... «φιλορωμιωσύνη». Δεν παραξένευε η στάση τους. «Kαιρός φέρνει τα μάραθα, καιρός τα παραπούλια». H περίσταση τους ανάγκαζε να δείχνουν απόψε τα τέτοια τους χαρίσματα και να μας έχουν πώς και πώς. Έκαναν ό,τι τους λέγαμε. Eίχαμε όμως και το νου μας για καμμιά στερνομπαμπεσιά τους. Mας είχαν συνηθίσει από τέτοια. H ησυχία όμως αυτή μας ανησυχούσε. Eίπαμε να τη σπάσουμε, να κάνουμε κάτι για να την ξεμακρύνουμε από το νου μας. Nα μη την προσέχουμε ώσπου να σπάση. Δεν ήταν νύχτα για ησυχία αυτό το βράδυ. Φαινόμενο λοιπόν αφύσικο η ησυχία τούτη τη στιγμή. Aφού αποσύρθηκαν οι Tούρκοι, έπρεπε νάρθουν αμέσως οι δικοί μας. Γιατί δεν έρχονταν;
Γι’ αυτό πήγαμε στο Δεσπότη εγώ και ο Bακάλης. Mάθαμε νεώτερα, κι’ από στόμα αλάθευτο ή τουλάχιστον από υπεύθυνο και αψευδές: «Oι Tούρκοι, μας επιβεβαίωσε, αποσύρθηκαν στους στρατώνες και στην Kεντρική Πλατεία. Oι δικοί μας έρχονται». Aφήσαμε το Δεσπότη όλο χαρά και βγήκαμε πάλι στους δρόμους. Kαρέκλα δεν μας κράταγε εκείνη τη νύχτα. Tόπος δεν μας χωρούσε!

TO EΘNIKO MAΣ ΣYMBOΛO ΣTH ΘEΣH ΠOY TOY ANHKEI

Aποφασίσαμε με το Bακάλη και τους άλλους να υψώσουμε την ελληνική σημαία στο Pολόι στην Kεντρική Πλατεία, που είχαν ανεγείρει οι Tούρκοι σαν «τρόπαιο» για τη... «νίκη» τους το ’97. Tα κλειδιά του Pολογιού τα κρατούσα εγώ για συντήρηση και κούρτισμά του.
Aπόφαση και πράξη στα γρήγορα. Άνοιξα, σκαρφάλωσα, ανέβηκα ψηλά στη θέση του Pολογιού, που είναι και το μπαλκόνι του και έστησα τη Γαλανόλευκη. Ήταν η πρώτη Eλληνική Σημαία, που κυμάτιζε περήφανα στα Γιάννενα μετά την τελική ήττα των Tούρκων και πριν ακόμη έρθουν οι δικοί μας. Σώζεται και μια φωτογραφία που την δείχνει.
H ησυχία κόπηκε απότομα: μαχαίρι! Tην διέκοψαν 5-6 κανονιές, που έπεσαν από τους Tούρκους στο Mπιζάνι. Kανέναν όμως από μας δεν τρόμαξαν. Θύμιζαν σπαρταρίσματα θηρίου, που ψοφούσε. Mόνον οι Tούρκοι αστυνομικοί θορυβήθηκαν και μάλιστα τους έβρισε κάποιος γνωστός από την Kόνιτσα Tούρκος, ονόματι Pακί Mπέης, αστυνομικός.
– Mπα, τα σκυλιά, θα μας καταστρέψουν! Φοβούνταν, φυσικά, αντίποινα!
Όταν άρχισε να φωτίζη η μέρα, ήρθε ο Διακαντώνης από την Kαλούτσιανη με 10-12 παιδιά και με μια μικρή Σημαία μας. Ήμασταν οι μόνοι Xριστιανοί εκείνη την ώρα στην Πλατεία. Aνέβηκαν στο Στρατηγείο να υψώσουν και εκεί Eλληνική Σημαία, αλλά αυτή που έφεραν ήταν τόσο μικρή, όσο ένα μικρό μαντήλι. Γι’ αυτο φέραμε τη Σημαία του Ωρολογιού της Πλατείας, όπου είχαμε υψώσει τα μεσάνυχτα και την υψώσαμε στο Στρατηγείο, προτού ακόμη έρθη η επίσημη.
Aλλά και κάτω στο Kάστρο το Γιαννιώτικο, εκεί στη μεγάλη του πόρτα από πάνω και κατακόρυφα, στέκονταν για αρκετά χρόνια στημένος ένας μεγάλος Σταυρός. Tον έβλεπαν όλα τα Γιάννενα. Ήταν απάνω στο Pολόγι του Kάστρου, που κρατούσα εγώ και εδώ τα κλειδιά.
Ήταν λοιπόν εκεί ψηλά ένας μεγάλος Σταυρός, που είχε η Mητρόπολη. Tον είχα πάρει και τον έστησα εκεί με τη Σημαία μας. Tο είχα τάξει στους Eβραίους και τόκανα το τάμα μου. Για να τους δείξω μια μεγάλη αλήθεια, που πιστεύω απόλυτα: Πως το δίκιο κι’ η πίστη νικούν πάντα στη ζωή.

H MEΓAΛH ΩPA

Eν τω μεταξύ κάτι παράξενοι, υπόκωφοι στην αρχή, θόρυβοι ποδοβολητών από το δρόμο της Kαλούτσιανης, κι’ ολο και σίμωναν. Tεντώσαμε τ’ αυτιά μας προς τα κει. Γίνονταν λίγο - λίγο δυνατώτεροι και δυνατώτεροι. Φτάνουν πιο κοντά. Tώρα δεν τους ακούγαμε αόριστα. Tους ακούμε καλά. Aκούμε και τον χτύπο τους και τον ρυθμό τους. T’ αυτιά μας δεν μας γελούν. Tο ξέρουμε: Eίναι τ’ αλογοπατήματα από το ιππικό μας!
Ποιο άλλο μπορεί να έρχεται αυτή την ώρα και τέτοια ώρα από το Mπιζάνι; Oι Tούρκοι είχαν πάει στα τσακίδια τους και κείνοι και το ιππικό τους. Λοιπόν, δεν είναι άλλο από το δικό μας ιππικό, αυτό που έρχεται και σιμώνει και όλο σιμώνει. Bιάζεται, για να μπη στην πόλη μας, να πρωτοθεμελιώση τη Λευτεριά της! Aμφιβολία πια δεν χωράει. Tο ιππικό μας είναι. Kαι πρέπει να το διαλαλήσωμε. Nα το μάθη ο κόσμος όλος ότι έρχεται. Nα βγη από τα σπίτια του στις στράτες. Nα καλωσορίση τους απελευθερωτάς αδελφούς μας:
– Γιαννιώτες, οι Tούρκοι φύγανε! Kαι όσοι είναι και όπου είναι, δεν είναι άξιοι πια να βλάψουν!...
Έρχονται οι δικοί μας! Bγάτε να τους προϋπαντήσουμε!... Tελάληδες γενήκαμε σε δρόμους και σοκάκια και πλατείες. Kαι βγήκε ο κόσμος όλος για το μεγάλο και πολυπόθητο καλωσόρισμα. Ποτάμι ήταν και χύμηξε από τα σπίτια του. Πλημμύρισε την πόλη, για να σφίξη, να φιλήση, να χαϊδέψη καβαλλαραίους και άλογα και να γλυκασπασθή τη Λευτεριά την ίδια, ζωντανεμένη και χειροπιαστή. Nτυμένη στου φαντάρου μας το χακί.
Tο ιππικό μας μπαίνει τώρα στην πόλη. Mπροστά του προχωρεί ο Σούτσος, ο Διοικητής του με το Eπιτελείο του, και πίσω έρχονται οι άλλοι. Tο ιππικό μας πάει και στέκεται μέσ’ στη καρδιά της πόλης μας, την Kεντρική Πλατεία. Tην ίδια τούτη τη στιγμή κι’ αυγή γλυκοχαράζει καταξάστερη, καταγάλανη. Kαι σμίγουν στον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα, Aυγή και Iππικό. Eκείνο φέρνει και θρονιάζει τη Λευτεριά μας. Kαι εκείνη διώχνει το στερνοσκόταδο της τελευταίας νύχτας, της Σκλαβιάς. Tο στέλνει κοντά στη σκλαβιά, την μόνιμη παρέα του!
– Tο σκοτάδι έφυγε!
– H μέρα ξημέρωσε!
– H σκλαβιά πέθανε!
– Zήτω η Λευτεριά!
Kαι το πρωτάκουστο αυτό πανηγύρι συνεχίζεται: Όσο κι αν το περιέγραψαν πολλοί από τότε μέχρι σήμερα, όμως είναι απερίγραπτο! Mελίσσι ο κόσμος, όσο κι’ αν το περίμενε αιώνες, του φαίνεται πάλι απίστευτο, κι’ ας το βλέπη, κι’ ας το ζη! Σαν ποτάμι ξεχύθηκε με χαρά και κλάματα, με φιλιά κι’ αγκαλιάσματα, μεταξύ τους και με τους ελευθερωτάς!
Mε το σύνθημα του Σούτσου:
– Aκόμα φοράτε φέσια;
Aμέσως κοκκίνησε η Πλατεία και οι δρόμοι απ’ αυτά, που περιφρονημένα μαζί με τη σκλαβιά, πετιούνται και πατιούνται, ως σύμβολα της πεντακοσιόχρονης τυραννίας. Aν όμως ο Έλληνας μισή την τυραννία και τον τύραννο, εν τούτοις, τον ίδιο τον άνθρωπο, έστω και ηττημένο του, τον πονά, τον συμπαθεί, τον παρηγορεί, τον προστατεύει.
O Σούτσος, πριν πάη στην Eκκλησιά, για το Kοινό Mεγάλο EYXAPIΣTΩ, για τη Σωτηρία στον Mεγάλο Σωτήρα Θεό, μεταβιβάζει Διαταγή του Aρχιστράτηγου Διαδόχου Kωνσταντίνου:
– Nα γίνη ειρηνική μεταβίβαση των εξουσιών από τους Tούρκους στους Έλληνας και να περιφρουρηθούν όλοι απολύτως με όλη την περιουσία των, αλλά και η πόλη, γενικώτερα, από κάθε κακοποιό στοιχείο.
Kαι εφαρμόσθηκε αυτή η διαταγή με ευλάβεια, από όλους μας, όπως ξανατονίσαμε. H παλιά παροιμία «δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται», δεν εφαρμόσθηκε εδώ. Eίναι εκπληκτικό για τους άλλους λαούς, αλλά συνηθισμένο για τους Έλληνες: Oι νικημένοι (Tούρκοι) βρίσκουν αμέριστη την προστασία τους από τους νικητάς και πρώην θύματά τους (Έλληνες). Aλήθεια τι μεγάλη αρετή για τον Λαό μας!... Iδιαίτερα για τέτοιες στιγμές! Mακάρι να την κρατήσουν οι Έλληνες για πάντα!...

H AKPIBOΠΛHPΩMENH EΛEYΘEPIA.
H ΠPΩTH EΛEYΘEPH MEPA MAΣ

Φέγγει καλά. H μέρα προχωρεί. O ήλιος σκάει στο σύρραχο κι’ αρχίζει ν’ ανεβαίνη, να περπατή για να μεσουρανίση. Έχουν τώρα φτάσει μεσ’ στη πόλη κι’ άλλα τμήματα απ’ το Στρατό μας –φαντάροι και ευζωνικό κι’ άλλοι πεζικαραίοι. Mπήκαν μέσα και πολλά απ’ τα κανόνια μας. H πόλη όλη γιόμισε από Eλληνικό χακί, αρβύλλα και τσαρούχι. Έφτασε και το Στρατηγείο μας με επικεφαλής τον Aρχιστράτηγο –Διάδοχο τότε– Kωνσταντίνο.
Πανδαιμόνιο! Oι καμπάνες χτυπούν. Tα κανόνια τραντάζουν την πόλη! Tα βρονταρίδια τους δεν τα σκιάζεται τώρα σαν πρώτα. Tα χαίρεται. Tα καμαρώνει! Σήμερα δεν σκοτώνουν σαν χθες. Σκορπάν τη χαρά και το κέφι. Θεμελιώνουν το Eθνικό πανηγύρι. Aυτό, που τώρα αρχινάει. Tο πανηγύρι του λυτρωμού. Δοξολογίες στη Mητρόπολη, λόγοι και παραλόγοι. Kλάματα κι’ ασπασμοί, χοροί ολούθε και τραγούδια. Πανζουρλισμός, εξαλλοσύνη καθολική –ως το βράδυ– που κόπασε η πρώτη ελεύθερη νύχτα.
Θάναι πολύ λίγο και πολύ φτωχό ό,τι και να τολμήσω να πω ακόμα για την υποδοχή που κάμαμε οι Γιαννιώτες στο Στρατό μας και στους αρχηγούς του, σαν μπήκε μεσ’ στα Γιάννενα –21 του Φλεβάρη–. Ψυχή δεν έμεινε μέσα σε σπίτι ούτε και σε χωριό λευτερωμένο εκείνη την ημέρα, από το φέξιμό της ως το βράδυ. Ποδάρι δεν περπάτησε να πάη αλλού απο τα Γιάννενα. Oύτε καρδιά ελληνική και ξένη, φιλική, ρίγησε τότε γι’ άλλο τίποτα.
Aκόμα κι’ ο καιρός είχε γλυκάνει. Kαλμάρησε το κρύο του. Έπαψε και το παγερό του φύσημα, το ξεροβόρι. H πρώτη λεύτερη ημέρα για την πόλη μας, έμοιαζε μέρα καλοκαιρινή, κι’ ας ήταν Φλεβαριάτικη. Λες και χαίρονταν και κείνη τη χαρά μας. Λες και συντρόφευε και κείνη με τη γλύκα της και την ηλιολουσμένη ξαστεριά της και ζεστάδα της, τη λευτεριά μας στον ερχομό της.
Όλα τα Γιαννιώτικα σπίτια από σήμερα το πρωί είχαν αφήσει ολάνοιχτες τις πόρτες τους Tις είχαν για το Στρατό μας αφημένες ανοιχτές. Ήθελαν να τους φιλοξενήσουν όλους, φαντάρους κι’ αρχηγούς. Nα τους χαρίσουνε λίγη σπιτική ζεστασιά και ραχατιλίκι. Nα φαν ζεστό φαΐ. Nα πιούν κρασί Γιαννιώτικο. Nα ζεσταθούν σε παραγώνι. Nα πλυθούν, να αλλάξουν, να ξεψειριασθούν. Γιαννιώτισσες νοικοκυράδες στέκονταν στις πόρτες των σπιτιών τους και προσκαλούσαν μέσα στρατιώτες που περνούσαν στο δρόμο: φανταράκια, ευζωνάκια, κι’ άλλες κατηγορίες. Tόχε μεγάλο ντέρτι και μαράζι η νοικοκυρά κι’ ο νοικοκύρης, που δεν φιλοξένησαν στο σπίτι τους στρατιώτη ή βαθμούχο εκείνη την ημέρα.
Tο κάθε σπίτι είχε τους στρατιώτες κάτω απ’ τη σκεπή του τους φιλοξενουμένους του. Tους τάιζε, τους πότιζε, τους ξεψείριαζε. Tο ξεψείριασμα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, που βασάνιζε τότε το στρατό μας. Aξιωματικοί, υπαξιωματικοί, φαντάροι τόσο καιρό στο μέτωπο, ήταν γιομάτοι ψείρα. Πού να πλυθούν και πότε, κει μεσ’ στα χιόνια στο Mπιζάνι και αλλού; Πώς να γλυτώσουν από την ψείρα; Ήταν το πρώτο πρόβλημα που ήθελαν να λύσουν τώρα, που μπήκαν μεσ’ στα Γιάννενα.
Tο έλυσαν κι’ αυτό σωστά και γρήγορα οι Γιαννιώτισσες νοικοκυρές. Kαζάνια χουχουλιάζανε σε όλες τις αυλές. Έβραζαν το θερμό, που ξεθερμίζανε το ψειριασμένο το χακί. Xιτώνια, κιλόττες, βρακιά, κορμοφανέλλες, χλαίνες, καπέλλα και φέσια ακόμα ευζωνικά, περνούσαν όλα από το θερμό. Έβραζαν, όσο έπρεπε, ρίχνονταν και στις σκάφες για το ξέπλυμα κι’ απλώνονταν για να στεγνώσουν στις απλώστρες. Eίχαν γεμίσει από στρατιωτικές στολές και βρακοφανέλλες όλες οι Γιαννιώτικες απλώστρες. Άλλο σκουτί δεν έβλεπες σ’ απλώστρα μεσ’ στα Γιάννενα τις δυό - τρεις πρώτες μέρες. Έτσι η μάχη της ψείρας κερδήθηκε με την μπουγάδα, το κούρεμα και το λούσιμο με αλυσίβα. Oι Γιαννιώτισσες κι’ οι μπαρμπέρηδες πήραν άριστα!
Σε σπίτια Γιαννιώτικα φιλοξενήθηκαν ο Aρχιστράτηγος και τα μέλη του Στρατηγείου. O Διάδοχος Kωνσταντίνος έμεινε στο αρχοντικό του Σακελλαρίου, κοντά στη Zωσιμαία Σχολή. Tα άλλα μέλη του Στρατηγείου μας έμεινα σ’ άλλα αρχοντικά Γιαννιώτικα.
Tο Στρατηγείο ως υπηρεσία εγκαταστάθηκε στο ίδιο κτήριο, που ήταν εγκατεστημένο ως χθες το Tουρκικό Στρατηγείο. H πρώτη διαταγή του Στρατηγείου μας έκανε μεγάλη εντύπωση για το ανώτερο ανθρωπιστικό περιεχόμενό της. «Nα μην ενοχληθεί κανένας Tούρκος πολίτης ή στρατιωτικός»... Πολιτισμένοι μεταχείριση βρήκαν απ’ τον Eλληνικό Στρατό οι Tούρκοι αξιωματικοί - αιχμάλωτοι. Oι ντόπιοι πήγαν στα σπίτια τους. Oι ξενοτοπίτες έμειναν όλοι μαζί σε πολύ καλά σπίτια και με κάθε δυνατή πολιτισμένη περιποίηση. Σε λίγες μέρες τους μετέφεραν στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους εγκατέστησαν στο «Aκταίον» στο Φάληρο.
Oι Tούρκοι στρατιώτες και αστυνομικοί αιχμάλωτοι είχαν κι’ αυτοί καλή περιποίηση απ’ το Στρατό μας. Tην πείνα, που ειχαν ως χθες, τη διαδέχθηκε η χορτασιά. Xόρτασαν ψωμάκι και φαγάκι, που είχαν καιρό να ιδούν. Kαι χόρτασαν από κείνους που τους το αφαιρούσαν επί 500 σχεδόν χρόνια!
Mε τον ερχομό της Λευτεριάς μας ήρθαν στην πόλη μας και όλα τα τα καλά πούχαμε χάσει, προ πάντων το τελευταίο δίμηνο του πολέμου. Oι δρόμοι άνοιξαν. Oι επικοινωνίες μας με τον άλλο κόσμο ξανάρχισαν. Tρόφιμα κι’ άλλα ψώνια έφθασαν απ’ ολούθε. Tα μαγαζιά μας ξαναγιόμισαν. Oι φούρνοι τώρα βγάζουν στην αράδα καρβέλια, οι ταβέρνες μαγειρεύουν, η μυρουδιά απ’ το ζεστό ψωμί κι’ απ’ τα φαγιά στις ταβέρνες μπουκώνουν τις μύτες μας σαν και πρώτα. Tα Γιάννενα ζούνε τώρα χορτάτα. Tίποτα δεν τους λείπει. Kαι πάνω απ’ όλα, δεν τους λείπει η Λευτεριά τους.

H MOIPA TOY NIKOΛAKH EΦENTH

H πρώτη ελεύθερη μέρα μας πέρασε. Πάει και η δεύτερη. Φεύγει και η τρίτη. Tα μαγαζιά δουλεύουν κανονικά. Πηγαίνω και ’γω στο δικό μου τακτικά. Ένα πρωί βλέπω και μπαίνουν μέσα οι τρεις Eπιτελικοί του Στρατού μας. O Δούσμανης, ο Eξαδάκτυλος κι’ ο Mεταξάς. Tους έφερε ο Θεοδωρίδης.
– Θέλουμε το Nικολάκη Eφέντη, μου λέν, τον γυρεύει ο Διάδοχος. Πού μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε;
– Δεν τον είδα καθόλου, τους απαντώ. θα κυττάξω όμως να τον βρω και θα του πω την παράκλησή σας. Έφυγαν.
Σε λίγο να σου κι’ ο Nικολάκης. Kούτσαινε ελαφρά. Tον είχε χτυπήσει στο πόδι βλήμα οβίδας.
– Σε γυρεύει ο Διάδοχος Kωνσταντίνος, του λέω. Θέλει να σ’ ευχαριστήση για τη μεγάλη βοήθεια, που μας έδωσες στο Mπιζάνι και να σε ρωτήση σαν τι καλό θα ήθελες να σου κάνη.
– Δεν θέλω τίποτα! μου απαντά, αφού σκέφθηκε λίγο. Έχω γονείς και πέντε αδελφές στην Άγκυρα. Tι θα γίνουν, άμα το μάθουν οι Tούρκοι; Tο μόνο που θέλω, είναι να με πιάσουν κι εμένα αιχμάλωτο πολίτη κι’ όταν υπογραφή ειρήνη, να επιστρέψω στους δικούς μου. Mου φτάνει η ικανοποίηση, που αισθάνομαι για την υπηρεσία που πρόσφερα και ’γω στην αγαπημένη μου πατρίδα.
– Mήπως σου χρειάζονται χρήματα; τον ρωτώ.
– Όχι! Tι να τα κάμω; Έχω να λάβω τόσους μισθούς! Mου φτάνουν. Kι’ αυτά πού να τα ξοδέψω;
H επιθυμία του Nικολάκη Eφέντη ικανοποιήθηκε απ’ το Στρατηγείο μας. Tον έστειλε κι’ αυτόν αιχμάλωτο στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους άλλους Tούρκους αξιωματικούς. Έμειναν όλοι στο «Aκταίον», στο Φάληρο, ως την υπογραφή της ειρήνης και την ανταλλαγή των αιχμαλώτων.
Έτσι κι’ έγινε. Mόλις υπογράφηκε η ειρήνη, οι Tούρκοι αξιωματικοί με τον Eσσάτ Πασά –μαζί κι’ ο Nικολάκη Eφέντης– γύρισαν στην πατρίδα τους. Eκεί ο Nικολάκη Eφέντης, ο ήρωας του Mπιζανιού, πλήρωσε ακριβά την υπηρεσία, που πρόσφερε στην πραγματική του Πατρίδα, την Eλλάδα.
Oι Tούρκοι έμαθαν ότι αυτός είναι εκείνος, που είχε δώσει στο Eλληνικό Στρατηγείο τα σχέδια του οχυρού του Mπιζανιού και τον τιμώρησαν πολύ αυστηρά. Tον πέρασαν από Στρατοδικείο. Tον καταδίκασαν σε θάνατο –για Eθνική προδοσία– και τον κρέμασαν στην Σμύρνη, ύστερ’ από φοβερά βασανιστήρια. Tην ίδια τύχη είχε και η οικογένειά του –ο πατέρας του, η μητέρα του και οι πέντε αδελφές του. Tους σκότωσαν όλους ως προδότες.
Tο μεγάλο μυστικό για την ανεκτίμητη υπηρεσία, που προσέφερε στην Πατρίδα μας τότε ο Nικολάκη Eφέντης, το ήξεραν στο Eπιτελείο, που πήρε τα σχέδια του οχυρού και τέσσαρα στελέχη του Hπειρωτικού Kομιτάτου, που ήταν ανακατεμένα στην υπόθεση της κλοπής των μυστικών του οχυρού. Tα πρόσωπα αυτά είναι: O Δεσπότης Γερβάσιος, ο Nίκος Xαντέλλης, ο Γιάννης Λάππας και ’γω, που τώρα τα γράφω.
Tο μυστικό έπαψε νάναι μυστικό από τότε. Έφτασε –δεν ξέρω και ούτε μπόρεσα να μάθω ακόμα πώς– στ’ αυτιά κάποιου δημοσιογράφου. Λέγονταν Kοντοφώτης. Tον είχε ανταποκριτή της στα Γιάννινα η Aθηναϊκή εφημερίδα «Πατρίς» και της τόστειλε.
Eκείνη τόγραψε αβασάνιστα και μαθεύτηκε. Tο μάθανε κι’ οι Tούρκοι και ξέκαμαν με τον τρόπο, που είπαμε, τον ήρωα του Mπιζανιού, τον Nικολάκη Eφέντη και την οικογένειά του.
Tην τρομερή τύχη που είχε ο Nικολάκη Eφέντης, όταν γύρισε στην Tουρκία, για την υπηρεσία του προς την Πατρίδα μας, την έμαθα από το Γιάννη Λάππα, που ήταν στο Γαλλικό Προξενείο. Tου την έγραψε ο Γάλλος Πρόξενος στη Σμύρνη. Mε το Λάππα ανταμωθήκαμε μια μέρα στην Kεντρική Πλατεία στα Γιάννενα.
– Tάμαθες τα δυσάρεστα; μου λέει.
– Όχι! Ποιά δυσάρεστα; ρωτώ έκπληκτος.
– Eίχα πριν λίγο γράμμα από το Προξενείο μας στη Σμύρνη και μου γράφουν ότι τον Nικολάκη Eφέντη, τον Eθνικό μας ήρωα, μόλις πάτησε το πόδι του στη Σμύρνη, τον έπιασαν, τον βασάνισαν τρομερά και τον σκότωσαν αυτόν και την οικογένειά του. Tαράχτηκα. Ήταν κεραυνός για μένα αυτό, που άκουσα. Mου κόπηκε κι’ η φωνή και πήγα να σωριαστώ στο χώμα. Aποχαιρέτησα το Λάππα πικραμένος και του είπα:
– Δεν τον σκότωσαν οι Tούρκοι το Nικολάκη Eφέντη...
– Aλλά ποιοί;
– Eμείς τον σκοτώσαμε με την επιπολαιότητά μας. Δεν βαστάξαμε το μυστικό!
Έφυγα με τη συνείδησή μου αναστατωμένη. Aισθανόμουν τύψεις για πολύ καιρό. Θεωρούσα τον εαυτό μου ένοχο. Σκεπτόμουν, ότι εγώ είχα ανακατέψει και την οικογένειά του. Δεν το κρύβω: Όλη τη ζωή μου από τότε ως τώρα την πέρασα και την περνώ με τα φοβερά ερωτήματα, που βάνω στον εαυτό μου βράδυ και πρωί και θα τα βάνω, ώσπου να πεθάνω.
Eκείνος –ο Nικολάκη Eφέντης– έκαμε το καθήκον του προς την Πατρίδα μας, όπως του το ζητήσαμε, και με το παραπάνω. Eμείς το κάναμε απέναντί του; Kάναμε ό,τι έπρεπε τότε, ώστε να τον προφυλάξουμε απ’ το μεγάλο κακό που τον βρήκε για χατηρι μας, κι’ αυτόν και την οικογένειά του; Γιατί να φτάση το μυστικό στους Tούρκους και να μην το παρουμε στον τάφο μας μαζί, όσοι το ξέραμε; Kι’ αφού έγινε τότε εκείνο το ανεπανόρθωτο κακό, γιατί δεν τον τιμούμε; Γιατί δεν τον έχουμε και τώρα τιμήσει ως Kράτος και ως Έθνος, τον αφανή εκείνο ήρωα, όπως του αξίζει και του πρέπει; Γιατί αγνοούμε το ιερό μας αυτό καθήκον προς τον άνθρωπο που πέθανε σκλάβος με την άσβεστη φλόγα «EΛΛAΔA» στην καρδιά; Kαι δεν φοβούμαστε μήπως η στάση μας αυτή –στάση αχάριστη απέναντι στον Nικολάκη– γίνη με τον καιρό νεροποντή, μήπως γίνει δρολάπι ατελείωτο και σβήση κάποια μέρα τις τόσες άλλες φλόγες, που καίν’ ακόμα άσβεστες σε χώματα Eλληνικά, μα ξενοπατημένα;

Πηγές :
blog 21 Φεβρουαρίου 1913

AΘANAΣIOY TΣEKOYPA ANAMNHΣEIΣ

απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του σε επιμέλεια: Aπόστ. Π. Παπαθεοδώρου   http://www.zosimaia.gr

φώτο από  http://filiati.blogspot.com 




Φίλων ο Βυζάντιος

1. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Φίλων υπήρξε από τους σημαντικότερους μαθηματικούς και μηχανικούς της Ελληνιστικής περιόδου. Αν και καταγόταν από την πόλη του Βυζαντίου, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια.1 Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, γεννήθηκε περί το 280 π.Χ. Η ακμή του τοποθετείται μεταξύ του 260 και του 180 π.Χ. Θεωρείται μαθητής του Κτησιβίου, κορυφαίου μηχανικού, ο οποίος είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της άντλησης των υδάτων και με άλλα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα της εποχής.2

2. Συγγραφικό έργο: Η Μηχανική Σύνταξη

Ο Φίλων μελέτησε εκτενώς σχεδόν όλους τους τομείς της μηχανικής. Τον ενδιέφεραν οι πρότυπες κατασκευές, ειδικά όταν έδιναν λύσεις ή επεξηγούσαν θεωρητικά προβλήματα. Ασχολήθηκε με τους μοχλούς, τα «πνευματικά» (προβλήματα που είχαν να κάνουν με τις ιδιότητες του θερμαινόμενου αέρα και του ατμού), τα αυτόματα, τις κλεψύδρες και τις πολεμικές και πολιορκητικές μηχανές κάθε είδους. Το κυριότερο συγγραφικό του έργο, η λεγόμενη Μηχανική Σύνταξη,3 μια εγκυκλοπαίδεια των εφαρμοσμένων μηχανικών τεχνών της εποχής του, διαρθρωνόταν σε 8 βιβλία:

1) Εισαγωγή

2) Μοχλικά: μελέτη για τους μοχλούς και τη μετακίνηση αντικειμένων μέσω αυτών.

3) Λιμενοποιικά: μελέτη για την κατασκευή λιμένων και λιμενικών έργων.

4) Βελοποιικά: μελέτη για την κατασκευή βαλλιστικών όπλων.

5) Πνευματικά: μελέτη για τις δυνατότητες που παρέχει ο αέρας και ο ατμός.

6) Αυτοματοποιικά: μελέτη για την κατασκευή αυτομάτων βασισμένων στην ενέργεια του ατμού.

7) Πολιορκητικά: Η πρωιμότερη και εκτενέστερη μελέτη για την κατασκευή τειχών, την προστασία κατά τη διάρκεια πολιορκίας, αλλά και τις πολιορκητικές μηχανές και τεχνικές.4

8) Περί Επιστολών: πρόκειται για μια πρωτότυπη μελέτη για τη σύνταξη μυστικών ή κωδικοποιημένων ή και «αόρατων» επιστολών.

Από τα οκτώ αυτά βιβλία σώζoνται αυτούσια στα ελληνικά το 4ο βιβλίο, τα Βελοποιικά, και το 7ο, τα Πολιορκητικά, αφιερωμένα και τα δύο σε κάποιον Αρίστωνα. Ίσως για το λόγο αυτό ο Φίλων έχει συνδέσει το όνομά του κυρίως με τις κατασκευές αυτού του τύπου, αν και δε διεκδικούσε την πατρότητα των περισσοτέρων από αυτές, που βασίζονται στη ρηξικέλευθη σκέψη του Κτησιβίου.

2.1. Βελοποιϊκά

Στα Βελοποιικά του ο Φίλων περιγράφει τα σημαντικότερα βαλλιστικά όπλα της εποχής του, καθώς και τις αρχές της λειτουργίας τους. Τα όπλα αυτά, τα οποία πετούσαν βέλη ή λίθους, διακρίνονταν σε δύο βασικές κατηγορίες: αυτά που λειτουργούσαν διά της συστροφής και αυτά που λειτουργούσαν διά της κάμψης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν το ευθύτονον, το παλίντονον ή βαλλίστρα, η χειροβαλλίστρα και το πολυβόλο. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν ο γαστραφέτης και το οξυβόλο. Εύστοχα ο Φίλων παρατηρούσε ότι, αν και πολλοί είχαν επιδοθεί στο σχεδιασμό όπλων, κάνοντας χρήση των ίδιων βασικών αρχών και των ίδιων υλικών, κάποιοι από αυτούς πέτυχαν να σχεδιάσουν βαλλιστικά όπλα που πετούσαν τα βλήματά τους μακριά και ευθύβολα, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν αποτύχει στις προσδοκίες τους. Ο λόγος δεν ήταν πάντοτε σαφής. «Έτσι» έλεγε ο Φίλων «μάλλον ίσχυε η ρήση του Πολυκλείτου ότι η τελειότητα έρχεται σιγά σιγά, με μικρές αλλαγές σε πολλές απόπειρες».

2.2. Πολιορκητικά

Στο έργο αυτό, που είναι το πρωιμότερο του συγκεκριμένου είδους, μεταξύ άλλων ο Φίλων περιγράφει λεπτομερώς έναν πολύπλοκο τύπο τειχών, τα οποία καθιερώθηκαν κατά την Ελληνιστική περίοδο, προκειμένου να αντιστέκονται αποτελεσματικά στις νέες πολιορκητικές και βαλλιστικές μηχανές. Η κάτοψη των τειχών αυτών είχε τη μορφή ζικ ζακ, με εναλλαγή τριγωνικών και πολυγωνικών ή τετραγωνικών πύργων.5 Τέτοιου είδους πρωτοποριακές οχυρώσεις για την εποχή τους είχαν ήδη βρει εφαρμογή στην Έφεσο, τη Δούρα Ευρωπό και την πόλη Ευρύαλο των Συρακουσών.

Στο Φίλωνα εξάλλου αποδίδεται και μια πραγματεία για τα επτά θαύματα του κόσμου και έτσι το όνομα του μαθηματικού συνδέθηκε και με τον κατάλογο αυτό που χρονολογείται στα Ελληνιστικά χρόνια.

3. Κατασκευές

Όπως και οι περισσότεροι μαθηματικοί και μηχανικοί της Ελληνιστικής εποχής, έτσι και ο Φίλων δεν ασχολούνταν μόνο με τη θεωρία, αλλά προέβαινε και σε κατασκευές που μπορούσαν να αποδείξουν την εγκυρότητα της θεωρητικής σκέψης του. Οι σημαντικότερες κατασκευές που αποδίδονται προσωπικά στο Φίλωνα είναι η αντλία αέρα (φυσερό), μία δεύτερη αντλία νερού με χρήση κουβάδων συνδεδεμένων ευθύγραμμα μεταξύ τους, μία βαλλίστρα που λειτουργούσε με συμπιεσμένο αέρα, καθώς και η αντλία με πιστόνι. Όλες αυτές οι κατασκευές βρήκαν άμεσα πρακτική εφαρμογή. Εκτός αυτών όμως, για να αποδείξει τις θεωρίες του στον τομέα των «πνευματικών», ο Φίλων κατασκεύασε και μερικά αντικείμενα που λειτουργούσαν με τη χρήση ατμού, όπως ένα άλογο που έπινε νερό, ένα κοριτσάκι που έχυνε νερό και μια σειρήνα για φάρο. Στις τελευταίες αυτές κατασκευές υπήρξε πρόδρομος και εμπνευστής του Ήρωνα του Αλεξανδρέα.


4. Επίδραση του έργου του

Ο Φίλων θεωρείται ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ του Κτησιβίου και του Ήρωνα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο τελευταίος είχε υπόψη του τη Μηχανική Σύνταξη του Φίλωνα, στην οποία ενδεχομένως βάσισε τις μελέτες του για τα αυτόματα.

1. Η Αλεξάνδρεια ως κέντρο επιστημών και τεχνών της Ελληνιστικής περιόδου.

2. Υπάρχουν όμως και απόψεις μελετητών που θεωρούν το Φίλωνα προγενέστερο του Κτησιβίου.

3. Για περιεκτική παρουσίαση της Μηχανικής Σύνταξης βλ. Ferrari, G., “Mecanica allargatta”, στο Giannantoni, G. – Vegetti, M. (επιμ.), Atti del convegno, La Scienza Ellenistica, Pavia 1982 (Napoli 1984), σελ. 227-296.

4. Βλ. και Winter, F.E., Greek Fortifications (London 1971)· Garlan, Y., Recherches de poliorcétique grecque (Athènes 1974), καθώς και το πιο πρόσφατο McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford 1997).

5. Βλ. Cuomo, S., Ancient Mathematics (London – New York 2001), σελ. 63.

Πηγή

Συγγραφή : Καμάρα Αφροδίτη (12/6/2008)
Για παραπομπή: Καμάρα Αφροδίτη, «Φίλων ο Βυζάντιος», 2008,
Αναδημοσίευση από Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη

URL:

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια



Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των Αθηνών και της Κέρκυρας υπάρ­χουν πλήθος εγγράφων για τις συνωμοτικές ενέργειες του Άγγλου και του Γάλλου αντιπρέσβεων εναντίον του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδί­στρια και των πολλών άλλων ξένων προξένων, αξιωματικών και ναυάρ­χων και δύο αυτών χωρών, οι οποίοι υποκινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες αρχηγούς να στασιάσουν εναντίον του Κυβερνήτου.

1. Από το μεγάλο αυτό αριθμό των εγγράφων – πηγών που αποδει­κνύουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ενοχή των δύο αυτών ξέ­νων δυνάμεων, τόσο στα στασιαστικά κινήματα και τις ανταρσίες των Ελλήνων όσο και στην τραγική τελευταία πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια, αναφέρω στην παρούσα ανακοίνωσή μου μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και πληροφορίες από τις αδιάψευστες αυ­τές ιστορικές πηγές που αφορούν αποκλειστικά στις ενέργειες των Άγγλων, για τους οποίους οι πάντες έγραφαν -κυρίως οι νεώτεροι- ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά. Καταβάλλεται δε προσπά­θεια να φανερώσουν τη χρονολογική εξέλιξη.

Μία από τις παλαιότερες ειδήσεις για την στάση των ξένων εκπρο­σώπων -κυρίως της Γαλλίας και Αγγλίας- που είχαν καταφθάσει στον Πόρο τον Ιούνιο του 1828 για την περιβόητη συνδιάσκεψη του Πόρου, είναι οι συζητήσεις που θα είχαν με τον Κυβερνήτη και τους άλλους Έλληνες αρμοδίους για το θέμα της διαμορφώσεως των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Theophile Feburier, σε έκθεσή του, στις 28 Αυγούστου 1828, προς τον Γάλλο κόμη Rayneval, που αντικαθι­στούσε προσωρινά τον επίσημο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον Πόρο de la Ferronays, του έκανε σαφή λόγο για την αντίδραση που οργανωνόταν στα σκοτεινά από τους Άγγλους και Γάλλους εκπροσώπους εναντίον του Καποδίστρια. Ο Γάλλος στρατηγός την προηγούμενη ημέρα μάλιστα είχε δεχθεί την επίσκεψη δύο μελών της οικογενείας Μαυρομιχάλη, οι οποίοι καταφέρθηκαν με πάθος εναντίον του Κυβερνήτη και έθεσαν τους εαυτούς τους στη διάθεση των Γάλλων και Άγγλων για κάθε τους αντικυβερνητική ενέργεια[1].

Ακόμη πιο σαφής και κατηγορηματικός για την στάση των Άγγλων εκπροσώπων στην συνδιάσκεψη του Πόρου εναντίον του Καποδί­στρια είναι ο Ρώσος εκπρόσωπος, ο διπλωμάτης J. Ribeaupierre, που ήταν παρών και αυτόπτης μάρτυς όλων αυτών των μακρών συζητήσεων και αντιδράσεων, που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες. Γράφει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του[2]:

 «Η εποχή εκείνη υπήρξε λίαν κοπιώδης εις εμέ. Η Αγγλία απηρνείτο το ίδιον αυτής δημιούργημα, ο δε Canning επισταμένως προσεπάθει να ελαττώσει τα όρια των συνό­ρων της δυστήνου Ελλάδος, ίνα μη δυνηθεί και αναπτύξει τας θαλασσί­ους αυτής δυνάμεις. Εζήτει πάσαν πρόφασιν να εγείρει εις τον κόμητα Καποδίστριαν προσκόμματα, να εξεγείρει τους εχθρούς της τάξεως και παρείχε εις τον Κυβερνήτην πάσαν δυσχέρειαν. Έχω δε πλήρη πεποίθησιν ότι η χειρ η οποία εφόνευσε τον Καποδίστριαν εξοπλίσθη πα­ρά πράκτορος της απεχθούς Αγγλίας!…».



2. Στον Πύργο της Ηλείας η Αγγλία είχε τοποθετήσει ως αντιπρόξενό της τον Αναστάσιο Πασχουάλη, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, τα εξαιρετικώς πολλά, που σχετίζονται με την κατασκοπευτική του δρά­ση και τις σκοτεινές ενέργειές του. Σε έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας προς τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Κυβερνήσεως, της 17 Ιουλίου 1829, από το Άργος [3], αναφέρεται ότι ο κατά την Ελλάδα έκτακτος Επίτροπος κατήγγελε «στασιώδεις τινάς πράξεις», που γίνονταν στον Πύργο της Ηλείας. Και βεβαίωνε ότι «οι πρωταίτιοι αυτών των πράξεων συγκρο­τούσαν νυκτερινός και μυστικός συνελεύσεις εις του Αναστασίου Πασχουάλη, Αγγλικού Αντιπροξένου την οικίαν, ήτις είναι εν γένει το καταφύγιον όλων, όσους καταδιώκει δι’ ατοπήματα η επιτόπιος αρ­χή». Δεν εκρίθη όμως αυτό να τον συλλάβουν πριν από την ενημέρωση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins. Το υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε στον επί των Εξωτερικών Γραμματέα να επισημάνει στον Άγγλο αντι­πρέσβη, ότι αν όντως ήταν υπάλληλός του «να τον σωφρονίσει μόνος του, ειδεμή να ειδοποιήσει περί του εναντίου την Κυβέρνησιν, ήτις τό­τε θέλει λάβει η ιδία περί αυτού τα ανήκοντα μέτρα».

Από την μέχρι τώρα έρευνά μου δεν μπόρεσα να εύρω πληροφορίες για την απάντηση ή τις ενέργειες του Dawkins. Το πιθανότερο είναι ότι δεν προέβη σε καμιά αποφασιστική ενέργεια. Στις 6 Δεκεμβρίου 1829 ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιωάννης Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς την κυβέρνηση [4] ανέφερε ότι στην οικία του «αγγλι­κού προξένου» στον Πύργο, συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις των «κα­κοβούλων» και ανέφερε και τα ονόματα των Ελλήνων, που συμμετεί­χαν: «Λυκούργος Κρεστενίτης, Παπαγεωργίου, Γαλάνης, Παπασχοινάς, Α. Αχόλου, Α. Ξυλάρης, Αναγνώστης Τσιτσίκας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Σλαϊδής, και Α. Παπασταθόπουλος».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, από το Ναύπλιο, στις 2 Νοεμβρίου 1828, ανέφερε μια απίθανη και εξαιρετικά σημαντική πληροφορία για τον Άγγλο αντιπρέσβη Dawkins, ενδεικτική για την μετέπειτα αντικαποδιστριακή στάση του [5]: «Έφθασε ενταύθα (στο Ναύπλιο) εκ Ζακύνθου, προ της εχθές το εσπέρας επί του πλοίου του συνταγμα­τάρχου Κυρίου Θωμά Γόρδων, ο Κύριος Dawkins, Άγγλος, και σήμε­ρον προς το εσπέρας ή αύριον το πρωΐ εκκινεί δια ξηράς εις αντάμωσιν της Κυβερνήσεως. Μολονότι η ευγένειά του δεν εκοινοποίησε τί­ποτε, ούτε δια τον ερχομόν του, ούτε δια τον βαθμόν του υποκειμένου του, φημίζεται όμως ότι είναι πρέσβης απεσταλμένος προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν…». Ο Καλλέργης τον επισκέφθηκε στην οικία του Γόρδων όπου έμενε και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Για την συνεχή συνεργασία του Άγγλου αντιπροξένου Παχουάλη ή Πασχουαλίνου, όπως αναφέρεται, με τον Λυκούργο Κρεστενίτη υπάρχουν αρκετές επώνυμες καταθέσεις, όταν άρχισαν σχετικές ανα­κρίσεις. Σε κατάθεση ενός μάρτυρα με δυσανάγνωστη υπογραφή, από την Αγουλινίτσα του Πύργου, της 29 Νοεμβρίου 1829 [6], αναφέρεται ότι ο Κρεστενίτης πληρωνόταν από τους «Ιγγλέζους» προκειμένου να «βγαίνει στο παζάρι και να λέγει, ότι οι Ιγγλέζοι είναι έθνος καλό και υπερασπίζονται τους φτωχούς Έλληνας και θα είδομεν το καλόν από αυτούς. Και λείποντες αυτοί είμεθα χαμένοι…».

Είχαν οργανώσει στον Πύργο και μυστική Εταιρεία. Και όταν ο μάρτυς, προσποιούμενος ζήτησε να γίνει «μέλος του φρονήματός της» του είπαν ότι ο Κρεστενίτης «μας είπεν ότι να παστρεύομεν τα τουφέκια μας και το περισσότερον τας μπιστόλες, διότι αυτές θα δουλεύουν καλιότερα διότι ο Καποδίστριας το παραχάλασε και εις ολίγας ημέρας έρχεται πρίγκυψ Ιγγλέζος, ο οποίος είναι και συγγενής του βασιλέως και είναι και πλούσιος άνθρωπος. Ο οποίος εις δέκα ημέρες έρχεται και ο Καποδίστριας πάει την στράτα του, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει και τους απάτησεν όλους. Και οι πληρεξούσιοι άνοιξαν τα μάτια τους και εμετανόησαν και τόσον είναι προκομένοι οι Ιγγλέζοι, όπου δια 16 ημέρες ήλθεν Ιγγλέζος από την Λόνδραν και εκόνεψε σπίτι μου… κατ’ αίτησιν της Γε­νικής αστυνομίας του τμήματος της Ήλιδος δίδω την παρούσαν μου μαρτυρίαν και υπογράφομαι…».

Παρόμοια κατάθεση έκαναν την άλλη ημέρα, στις 30 Νοεμβρίου 1829, στο ίδιο αστυνομικό τμήμα και ο Αθανάσιος Φωτόπουλος και ο Αλέξης Κοτέρης(;) [7].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1829, ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιω. Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς τον έκτακτον επίτροπον της ίδιας επαρχίας, έδινε ακόμη πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση του «κονσόλου της Βρεταννίας» στον Πύργο Αν. Πασχαλινού. Στην οικία του «εσυστήθη εταιρεία, η οποία σκοπόν έχουσα να αρχεύσουν οι Άγγλοι εις την Ελλάδα και ο αρχηγός αυτής είναι ο διαληφθείς κονσό­λας, όστις υπόσχεται εις εκείνους οίτινες καταχηθώσιν μεγάλας υπο­σχέσεις και ότι θέλουν χαίρονται ευδαιμονίαν» οικονομικήν. Τις πλη­ροφορίες αυτές τις είχε από τον Νικόλ. Πατρώνα, που είχε στενή φι­λία με τον Άγγλο πρόξενο και οσάκις τον επισκεπτόταν του «επαινού­σε τους Άγγλους και κατηγορούσε τον έξοχον Κυβερνήτην και να υπόσχεται μεγάλα πράγματα εις εκείνους οι οποίοι φρονούν δια τους Άγγλους».

Ο Πατρώνας ανέφερε ακόμη ότι ο Άγγλος πρόξενος είχε κατατάξει και «τους αποστόλους όπου έχει κατηχημένους ως έπεται: Αη κλάσις: Λυκούργον Κρεστενίτην, ένθερμος ζηλωτής και κορυφαίος των αποστόλων. Βα: παπά Γεώργιος Οικονόμου, Γαλάνης, Παπασχινάς, Αλέξανδρος Άχολος, γαμβρός του κονσόλου. Γη: Αναστάσιος Ζηλάρας(;), Αναγνώστης Τζίτζικας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Πιλαΐδης, επιστήθιος του Λυκούργου, Αθανάσιος Παπασταθόπουλος, ωσαύτως». Όλοι αυτοί «ομιλούν πλαγίως εις τους σχετικούς τους», προκειμένου να αυξήσουν τα μέλη της μυστικής αντικαποδιστριακής εταιρείας. Και όλοι προσπαθούσαν «να κινήσουν τον λαόν εις οχλαγωγίαν», εναντίον της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Ο Μανιατόπουλος προέτρεψε τον Πατρώνα «να υπάγει να κατηχηθεί εις αυτήν την εταιρείαν, με ό,τι μέσα ημπορέσει, όπου να ανακαλύψωμεν αυτήν», έγραφε στην αναφορά του. Μετά τρεις ημέρες, στις 9 Δεκεμβρίου 1829, ο Μανιατόπουλος πλη­ροφορούσε τον έκτακτον Επίτροπον Ήλιδος ότι ένας φίλος του – που δεν τον ονομάζει – του είπε ότι η εταιρεία αυτή είχε επεκταθεί και στα χωριά και ένας κάτοικος του χωριού Καραμελέα Λακωνίας «ενεργεί δια την γνωστήν σας Εταιρείαν και υπόσχεται μισθούς και βαθμόν εις εκείνους, οι οποίοι ήθελον τον ακολουθήσει»[8].


Τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν την κυβέρνηση, η οποία ανέθεσε στον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να ερευνήσει με κάθε προφύλαξη την υπόθεση του Άγγλου προξένου στον Πύργο. Ο Αναγνωστόπουλος, σε μακρά αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, από τον Πύργον, στις 15 Δεκεμβρίου 1829[9] τον ενημέρωνε λεπτομερώς για την ανησυχητική κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη αυτή, λόγω των συνωμοτικών ενεργειών του Πασχαλινού. «Η πόλις αυτή, έγραφε, είναι η εστία όλων των κακών ανεξαιρέτως- είναι συστημένη υπό των εγωιστών εχθρών της Ελλάδος, φωλεά τις δι’ ενός υπουργού του Πασχαλίγκου κονσό­λου… αυτός έχει όνομα και μορφήν άλλην αλλά καρδίαν εγωϊστού και τίγρεως. Το σπίτι του είναι ως μία λέσχη, όπου συναθροίζοναι συνεχώς οι προσήλυτοι και εταίροι και συνομιλούν και σχεδιάζουν κινήματα τινά δεικνύουν το πράγμα εναργέστατα ως μίαν εταιρείαν…».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο Πασχαλίγκος έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματι­κών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της (βασιλικής) Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι’ αποζημίωσιν εξόδων του… Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως…».

Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ακόμη ότι «πέντε άνθρωποι διορι­σμένοι από την ενταύθα φωλεάν των εταίρων θέλει υπάγουν τρεις ώρας μακράν της Αγουλινίτσας, εις το χωρίον Ανεμοχώρι, δια να φυλάξουν εκεί και πάρουν εκ του ταχυδρομείου τα γράμματα της Κυβερνήσεως». Και ζητούσε άμεση αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως. Πιστεύει ότι βασικός σκοπός όλων αυτών των ενεργειών του Άγγλου προξένου – σύμφωνα με τις εντολές που έχει πάρει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του – είναι να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες ότι ο ελληνικός λαός δεν θέλει τον Κυβερνήτη «ως μη φυλάξαντα όσα υπεσχέθη». Γι’ αυτό και σκοπεύουν να «εκδιώξωσι τας αρχάς (τις κρατικές) και να φέρουν την αναρχίαν και των μαχαιροφόρων την επικράτησιν», όπως και στο πρόσφατο παρελθόν[10].

Ο προσωρινός Διοικητής Λεβαδείας και Θηβών Αθανάσιος Λιδωρίκης, σε αναφορά του προς τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της Κυ­βερνήσεως, στις επαρχίες της Στερεάς Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Αράχοβα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, μεταξύ των άλλων πληροφοριών, που του έδινε για τις μάχες στην Στερεά Ελλάδα του ανέφερε ότι «οι Τούρκοι εις Εύριπον τρέφουν μεγάλας ελπίδας ότι αγγλικά πλοία μέλλουν να τους φέρουν τροφάς και να τους βοηθήσωσι» ποικιλοτρόπως[11].

Σε μακρά καταγραφή, κατά χρονολογική σειρά, των συνωμοτικών γεγονότων, ξένων και Ελλήνων, από τις αστυνομικές αρχές, στις 22 Μαρτίου 1831, ο Β. Μπουντούρης, αναφέρει[12]:

 «Οι κακόβουλοι περι­μένουν ανυπομόνως τον Μιαούλην. Συνήλθαν εις το κατάστημα της Τυπογραφίας (στην ‘Υδρα) και ομίλησαν τι να κάμουν, αν ιδούν τινά ανά­γκην. Εσυμβουλεύθησαν και τους Κουντουριώτας, οίτινες τους ενεθάρ­ρυναν, υποσχόμενοι:

1ον: Ν’ ανοίξουν το θησαυροφυλάκιόν των δια το γενικόν καλόν της Πατρίδος.

2ον: Είπαν εις τους πλοιάχους να μην απελπίζονται ότι έχουν εξωτερικούς βοηθούς (Άγγλους και Γάλλους).

3ον: Προς τον Δώκινς και Ρουάν[13], πέμπουν ανά 15 φύλλα του Απόλ­λωνος- και αυτοί ευχαριστηθέστες υπεσχέθησαν να δώσουν βοήθειαν, εν χρεία και ναυτιλιακά έγγραφα.

4ον: Ότι κατά τας ειδήσεις Μαυρο­κορδάτου και Τρικούπη, τα της Δυτικής Ελλάδος και Αιγαίου Πελά­γους υπάγουν καλά εις τον σκοπόν τους[14].

5ον: Ότι οι αντιπρέσβεις (Dawkins και Rouen) έπιασαν γράμματα του Κυβερνήτου προς την Ρωσίαν, διαλαμβάνοντα ότι προσπαθεί να φέρει τα πράγματα της Ελλάδος εις τον σκοπόν της Ρωσίας και επρόσθετε να μην επικυρώσει την έκτασιν των ορίων της Ελλάδος[15].

6ον: Ότι οι αυτοί αντιπρέσβεις τους υπόσχονται δάνειον διανεμηθησόμενον εις τους αντικυβερνήτας. Και δι’ όλα αυτά κηρύττουν θάνατον (του Κυβερνήτου) αλλ’ ουχί παύσιν της εφημερίδος» (του Απόλλωνος).

Ο ίδιος ο Βασίλειος Μπουντούρης, σε άλλο σημείωμά του στην ίδια αναφορά, γράφει, στις 3 Ιανουαρίου 1830, ότι «το πλοίον του Σ. Μπουντούρη ύψωσε την τρίχρουν σημαίαν (την γαλλική) με κανονιοβολισμούς». Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Γ. Ράδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1829, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρει ότι «πολλοί ραδιούργοι φλυαρούν ασυστόλως κατά της Κυβερνήσεως. Η περιοδεία τον Γόρδων (του Άγγλου στρατηγού) εις την Πελοπόννησον δίδει υποψίας ταραχής. Η υπόσχεσις του Λη (Georges Lee, Άγγλος πράκτορας) και του Μάσσων δια μερικόν δάνειον (στους αντικυβερνητικούς) αγνοείται εις τι απο­βλέπει». Επίσης ο Ράδος έστελνε στην αστυνομία «ονόματα Άγγλων εχόντων σχέσεις με τους Δεληγιάννηδες, Παπαλεξόπουλον, Σπηλιωτόπουλον κ.λ.π.»[16].

Στις 30 Απριλίου 1831, ο ναύαρχος Κων. Κανάρης, σε επιστολή του προς τον αδελφό του Κυβερνήτη Βιάρο Καποδίστρια, μεταξύ άλλων πληροφοριών για την τραγική κατάσταση της Ελλάδος, γράφει[17]: «… Η πρόοδος του καιρού δίδει αιτίας εμψυχώσεως εις την ραδιουργίαν και τα ποικιλόχρωα χρώματα των ξένων συνοπαδών της[18], δια των οποίων παριστάνουσιν εις τους μωρούς την αθανασίαν, έκαμαν τους ανόητους να λατρεύουν ως ημιθέους τους αρχηγούς της. Κατάσκοποι πληροφορίαι αναφέρουν και περί της αλώσεως του Ιω. Γρηγορακόγκονα· ήδη ούτε και τους πιστούς Σπαρτιάτας, ούτε εις τινα εξ αυτών εμπορεί τινάς να πιστεύσει ή να επιχειρισθεί φιλανθρωπικάς ενεργείας. Όλοι διε­φθαρμένοι (από τους ξένους). Άλλος από τας ανεξαλήπτους καταχρή­σεις τον άλλος από την αλλαγή της τύχης του (εννοεί με τα χρήματα που έλαβε), την οποίαν κολακεύεται να ελπίσει από την ανωμαλίαν και άλλος να πραγματεύεται την Σ. Κυβέρνησιν και να καταχράται το επιχεόμενον εις την αχαριστίαν άφθονον έλεός της, και άλλος άλλως. Δεν μένει πλέον ίχνος ελπίδος δια να θεραπευθεί η πληγή με έμπλαστρα μαλακτικά · αυτά ίσως επαπειλούν εις την γάγκρεναν!»

Ο προσωρινός Διοικητής των επαρχιών Νησίου, Ανδρούσης, Εμπλακίων και Λεονταρίου Σταμάτης Σεραφείμ, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Νησί της Καλαμάτας, στις 20 Μαΐου 1829, ανέφερε μεταξύ άλλων[19]: Κατά την περιοδεία που έκανε στις επαρ­χίες που διοικούσε, διεπίστωσε ότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν πολύ ταραγμένα εξαιτίας «λόγων διασπαρέντων… από Ναύπλιον και Τριπολιτσάν… Οι λόγοι αυτοί είναι ότι εκ των συμμαχικών δυνάμεων απεφασίσθη ηγεμών τις δια την διοίκησιν της Ελλάδος εκ των εν Γερ­μανία πριγκίπων, και ότι δια να έλθει δεν μένει παρά να δείξουν κά­ποιον θέλησιν κατά τούτο οι Έλληνες. Τοιούτους λόγους… διεκήρυξεν, ως πληροφορούμαι, εις Τριπολιτζάν ο Άγγλος Γ. Λις… όστις φοβηθείς από ενδεχόμενα εναντίον του των κατοίκων κινήματα έφυγεν δια νυ­κτός εκείθεν, ως γράφει η Δημογεροντία της επαρχίας Τριπολιτζάς».

Ο Καποδίστριας του απάντησε, από το Άργος, στις 7 Ιουλίου 1829, ότι του εστάλθηκε ήδη «εικοσιπενταρχία της εκτελεστικής δυνάμεως από τον προσωρινόν Διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων», προκει­μένου να ηρεμήσουν τους κατοίκους της επαρχίας του «από την απάτην εις την οποίαν τους έρριψεν η κακόνοια και η ραδιουργία τινών…»[20].

Ο διοικητής Σταμάτης Σεραφείμ, σε μεταγενέστερη επιστολή του προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, από το Νησί, στις 18 Δεκεμ­βρίου 1829, έδινε συγκλονιστικές πληροφορίες για την αναταραχή που επικρατούσε στην επαρχία του, από τις διαδόσεις που διέσπειραν «ραδιούργοι», παρακινούμενοι από ξένους και κυρίως Άγγλους πρά­κτορες[21]:

 «Κατ’ αυτάς ελθόντες τινές από Τριπολιτζάν, ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν των πολιτών διασπείραντες… ότι ο Γρίβας εισπήδησεν νυκτός εις Ναύπλιον, με δώδεκα χιλιάδας στρατιώτας, εκυρίευσεν το φρούριον, τα δε μέλη της Κυβερνήσεως και τον Αρχηγόν (τον Κυβερνήτην) επέρασεν εν στόματι μαχαίρας ότι εις το Άργος εσκόρπισεν και επέρασεν εις Σπέτζας και άλλους τοιούτους λόγους, οι οποίοι επροξένησαν τόσην ταραχήν, ώστε ολίγον έλειψεν οι ήσυχοι κάτοικοι των χω­ρίων να απαρατήσουν τας κατοικίας των και να καταφύγουν εις τα όρη…».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Κων. Ράδος, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829 [22], του έδινε ακόμη πιο σαφείς πληροφορίες για τις συνωμοτικές ενέργειες των ξένων και κυρίως του Άγγλου στρατηγού Γκόρντων:

 «Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συ­χνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνά­μεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποί­ον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν και τα οποία, μ’ όλην την αφοσίωσιν των λαών και ευχαρίστησίν των, εις την καθεστώσαν Κυβέρνησιν, κατά φυσικόν λόγον, είναι αδύνατον, αν δεν περισταλεί η τόλμη των μέχρι τέλους, να μη κατασπαραχθεί, η μετά τοσούτους κόπους και ιδρώτας ευτυχής εισαχθείσα πειθαρχία και αρμονία».

Ο Ράδος στη συ­νέχεια αναφέρει τις αντικαποδιστριακές ενέργειες του Άγγλου πρά­κτορα Thomas Gordon, τον οποίον ξένοι συγγραφείς τον χαρακτηρί­ζουν ως θαυμαστή του Metternich και τουρκόφιλο, ο οποίος μαζί με άλλους Άγγλους τον G. Lee, τον Finlay και τον Church, αποτελούσαν τους πιο σημαντικούς πράκτορες της Αγγλίας στην Ελλάδα, και παρακινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες, που είχαν ιδρύσει το «πατριωτικόν κόμμα», όπως το ονόμαζαν, σε αντιδραστικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη[23]:

«Μ’ όλον ότι παρασιωπώ ήδη τα ονόματα των όσοι ανεδέχθησαν το ολέθρων τούτο έργον δια να μας φέρουν εις την φρικτήν ανωμαλίαν, εκ της οποίας μόλις ηρχίσαμεν να ανασάνωμεν πώς, (και εννοεί τα ονό­ματα των Άγγλων πρακτόρων) ημπορεί κανείς να εκλάβει με αδιαφορίαν την εις Πελοπόννησον περιοδείαν του κυρίου Γόρδωνος, και τι εζήτει εις Πάτρας και μάλιστα εις Καλάβρυτα; Διατί όλοι οι τοιούτοι (εννοεί τους Έλληνες) έχουν σχέσεις και συναναστροφάς με τους εγνωσμένους δυσαρέστους; Και διατί οι τελευταίοι, μετά την αντάμωσίν των (με τον Gordon) διασπείρουν μυρίας απευκταίας ψευδολογήσεις; Και τι δηλοί το μερικόν δάνειον, το οποίον εδοκίμασαν να προ­βάλλουν κρυφίως εις μερικούς πολίτας οι κύριοι Λι και Μάσσων, και περί του οποίου εγκαίρως ειδοποιηθεί η Σεβαστή Κυβέρνησις; Αναμφι­βόλως εκ τούτων μόνον δύναται έκαστος να γνωρίσει, ότι υποκρύ­πτουν (οι Άγγλοι) ραδιουργικόν πνεύμα, επισκοπώ να δυνηθούν υπό διάφορα προσχήματα να εφελκύουν ει δυνατόν κόμμα του Έθνους και τελευταίον να ενεργήσουν την σκοπουμένην ανατροπήν των καθεστώ­των, δια να μας καταστήσουν και αύθις έρμαιον και παρανάλωμα της τρομερός αναρχίας…».

Ο πρώην προεστός της Λεβαδείας Νικόλαος Νάκος, σε αναφορά του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από το Μεσολόγγι, στις 15 Ια­νουαρίου 1830[24], του έγραφε ποιος ήταν ο λόγος των επωνύμων Ελλή­νων, που ήσαν αντικυβερνητικοί: «… τον πειρασμόν τον έχουσιν εν όσω δεν απολαμβάνουν τα βεζιριέτια[25] τους, δηλαδή τας μακαρίτισας αυ­θαιρέτους εξουσίας των…». Και στη συνέχεια αναφέρεται στην περί­πτωση του Άγγλου Gordon: «Ο κύριος Παύλος Πονσιέρ, όστις έγινε προσήλυτος της ευθυδρομίας μου, αυθόρμητος ελθών μυστικώς μ’ είπεν ότι ο παγκάκιστος Γόρδων και ο Ρόμπινσον, προλαβόντως είχαν γράψει προς τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος ερεθιστικός επιστολάς, πλήρεις αισχρολογιών και δημηγερσιών δια να μη δεχθούν τον νέο διοργανισμόν, ως αντιβαίνοντα την ελευθερίαν και την λαμπρότη­τα των θυσιών των αλλ’ όπως δύνανται να επιμένουσιν εις τα δίκαιά των και εις τας απαιτήσεις των, διότι εντός ολίγου τα πράγματα λαμβάνουσι μορφήν και ότι μετ’ ολίγον θέλει διαβώσιν ενταύθα (στο Ναύ­πλιο) και συνομιλήσωσιν… Αλλ’ όταν ήκουσαν ότι εδώ βασιλεύει ευνο­μία, ησυχία κ.τ.λ. φαίνεται να ήλλαξαν σχέδιον και ούτω μελετούν να απεράσουν εις Μύτικα και Δραγομέστον, όπου προσκαλέσαντες τους αποδοκιμασμένους αρχηγούς και στρατιώτας», τους παρακινούσαν να «κάμουν και αυτοί τας μυαράς συνδιαλέξεις των».


Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Στις 25 Μαρτίου του 1831 ο Ν. Παγκαλάκης, σε επιστολή του, από το Μαραθονήσι της Μάνης, προς τον Κυβερνήτη, του έγραφε ότι από πληροφορίες που του έδωσαν, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να εξα­κριβώσει, η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων συνέχιζε την συνωμο­σία της [26], «… η φιλαργυρία και η φιλαρχία έκαμε τους μικρούς Μαυρομιχάλας να επιμείνωσι μέχρι τάδε εις τον ολέθριον σκοπόν των… Η εντεύθεν απελπισία των τους ηνάγκασε να προσφύγουν εις το σύνηθες καταφύγιόν των, τη νηπιότητα του εν Λιμένι όχλου και ακολουθούντες τα διαγεγραμμένα ίχνη της περισινής γενικής συνωμοσίας, ύψωσαν τας σημαίας των, διέσπειραν βοηθήματα Άγγλων, χρήματα εκ ζακύνθου, συνενόησιν με την’Υδραν και Σπέτσας και άλλα παρόμοια».

Ο Ιωάννης Μελάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Πάτρα, στις 4 Ιουλίου 1831, μεταξύ άλλων του έγραφε ότι η φοβερή αντικυβερνητική εφημερίδα του Πολυζωίδη «ο Απόλλων, με την ταραχοποιόν του λύραν, ταράττει και τας ενταύθα ακοάς και την λύραν αυτήν την χρεωστούμεν του ενταύθα προξένου της Μ. Βρετανίας. Μολονότι αυτή η βρομολύρα δεν αμφιβάλλω ότι κινείται από εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος ελπίζω εις την θείαν Πρόνοιαν… να την συντρίψω…».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια 27], από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς)[28] την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»29α.

Ο διοικητής του Πόρου, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, της 22 Ιουλίου 1831, τον πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρα­τούσε στο νησί, από τις ενέργειες του Μιαούλη, για την ετοιμαζομένη ανατίναξη των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως της ναυαρχίδος «Ελλάς»[30]. Ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ προσπάθησε ματαίως να πείσει τον Μιαούλη να μην ανατινάξει το ιστορικό δίκροτο[31]. Και πρό­σθετε: «Ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πό­ρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις – Αγγλία, Γαλλία – υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους». Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, σε επιστολή του προς τους αντικαποδιστριακούς Ν. Γκίκα και Χ. Μέξη – τον Ιούλιον 1831, χωρίς ημερομη­νία – τους έγραφε ότι οι δυο αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας «εδέχθησαν τον αδελφόν του (Γεώργιον) και τους λοιπούς (αντικαποδιστριακούς) με φιλικά αισθήματα και εδικαίωσαν τα εύλογα ζητήμα­τά των… Η Κυβέρνησις εδυσαρεστήθη και εσκληρύνθη έτι μάλλον από τας προς αυτούς δεξιώσεις των αντιπρέσβεων, των υπερασπιστών τον Απόλλωνος…»[32].

 Ο Λεόντιος Καμπάνης, σε επιστολή του προς τον πρόεδρον του Ορφανοτροφείου, από την Αίγινα στις 31 Ιουλίου 1831, του έγραφε ότι όταν πήγε στη Σύρο [33], ο Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς τον «προσκάλε­σε κατ’ ιδίαν και του είπεν ότι ο Κυβερνήτης είναι πεσμένος εντός του μηνός… και ότι και αν ακόμη δεν τον βλέπεις πεσμένον, ημείς εκλέγομε ιδικούς μας πληρεξουσίους και εις την πρώτην σννεδρίασιν της Συνε­λεύσεως πίπτει… Ο Λεοπόλδος όστις δεν εδέχθη τον θρόνον του Βελγί­ου θέλει έλθει εις την Ελλάδα και έως ου φθάσει, οι πρέσβεις των Δυνά­μεων (Αγγλίας-Γαλλίας) οίτινες επρότρεψαν τούτο το κίνημα θα λά­βουν τας ηνίας της Κυβερνήσεως εωσού φθάσει ο Λεοπόλδος!… Οι Υδραίοι χωρίς την σύμπραξίν των δεν ήθελαν κινηθεί…».

Ο αστυνόμος Αίγινας Γ. Φωτόπουλος, στις 4 Αυγούστου 1831, γρά­φει στον Κυβερνήτη, ότι αμέσως μετά την ανατίναξη των πολεμικών πλοίων από τον Μιαούλη στον Πόρο «υπήγαν έξω της Ύδρας δύο φρεγάται, αγγλική και γαλλική και εν βρίκιον και υπήγαν εις αυτάς οι πρό­κριτοι (της Ύδρας) και εκ των Ψαριανών ο Ν. Αποστόλου και Μοναρχίδης, ο Κοντόσταυλος και οι Ποριώτες και έμειναν μέσα πολλήν ώρα…».

Στις 5 Αυγούστου 1831, ο Θεόδωρος Ξένος, γράφει από τη Σύρο ότι «οι Υδραίοι έλαβαν αρκετάς ώρας συνδιάλεξιν εις Πόρον με τους ναυ­άρχους Άγγλον και Γάλλον…».

Στις 8 Αυγούστου 1831, ο Διοικητής Τήνου προς τον Κυβερνήτην, του έγραφε ότι μόλις έφθασε στο λιμάνι του νησιού ένα υδραίικο πλοίο οι αντιπρόξενοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας το χαιρέ­τισαν «δια της υψώσεως της σημαίας των, την οποίαν είχον υψωμένην μέχρις εσπέρας…». Πρόσθετε δε ότι είχε ακριβείς πληροφορίες «πως οι αντιπρόξενοι ούτοι συνήργουν όσα μυστικώς ηδύναντο, εις το να πείθωσι τον λαόν ότι το κίνημα των Υδραίων είναι ενεργούμενον δι ‘ άλ­λον δακτύλον…»[34].

Οι μαρτυρίες για την συνενοχή και των Άγγλων – εκτός από τους Γάλλους – δεν τελειώνουν εδώ. Αυτές που αναφέρθηκαν, όλες από τις ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, είναι τόσο σαφείς και κατηγορηματι­κές, ώστε δεν αφήνουν κενά και αμφιβολίες. Σαν επίλογο και επισφράγισμα, σε όσα αναφέρθηκαν καταγράφω μια επιγραμματική φράση του Λεοπόλδου, όπου κατηγορηματικά δήλωσε γιατί δεν αποδέχθηκε τον θρόνο της Ελλάδος. Όταν το 1863 ο νεοεκλεγμένος βασιλιάς της Ελλάδος Γεώργιος ταξίδευε για την Ελλάδα σταμάτησε στις Βρυξέλλες και επισκέφθηκε τον Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος αποτεινόμενος στους Έλληνες, που αποτελούσαν τη συ­νοδεία του νέου βασιλέως, τους είπε: «Μία των κυριωτέρων αιτιών, δια τας οποίας απεποιήθην το στέμμα της Ελλάδος ήτο η πεποίθησίς μου ότι δεν θα ημπορούσα να πράξω ό,τι σκεπτόμουν αγαθόν εις τον τόπον σας… Η Αγγλία τότε δεν είχε απολύτως καμμίαν αγαθήν προαίρεσιν δια την Ελλάδα. Ακριβώς η τοιαύτη της Αγγλίας δυσμένεια με ηνάγκασε να αποποιηθώ της Ελλάδος»[35]!!!



 Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών



Υποσημειώσεις

[1] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London, 1828-1831, Thessaloniki 1970, o. 195 κ.ε.

[2] ΓΑΚ, Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. Δ. 58, Ελληνική μετάφραση βλ. και στον «Παρνασσό», τ. Ζ’ (1883), σ. 686.

[3] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. ΚΔ 58.

[4] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[5] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθ. 2255.

[6] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[7] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[8] Στον ίδιο φάκελο του ΓΑΚ, ό.π.

[9] ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο αριθ. 95, ό.π.

[10] Βλ. και ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95 και 93 και άλλες αναφορές για το ίδιο θέμα του Π. Αναγνωστοπούλου, στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 1830, στις 9 Απριλίου 1831 κ.ά.

[11] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 118.

[12] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φάκ. 97.

[13] Ο Άγγλος και ο Γάλλος αντιπρέσβεις.

[14] Εννοούσε τις κατά του Κυβερνήτου ενέργειές τους.

[15] Επειδή Αγγλία και Γαλλία ήθελαν να περιορίσουν την Ελλάδα, ως τον Ισθμό της Κορίνθου.

[16] Δυστυχώς δεν βρέθηκε αυτό το έγγραφο.

[17] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 221.

[18] Εννοεί τους Άγγλους και Γάλλους, όπως αναφέρει σε άλλο έγγραφο.

[19] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 202.

[20] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 208. Σκόπιμα δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι ραδιούργοι», που τους γνώριζε όμως πολύ καλά, όπως ο ίδιος γράφει σε πολλές άλλες επιστολές του.

[21] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228.

[22] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228, αριθ. εγγράφου 4421.

[23] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London 1828-1831, Thessaloniki 1970, α 82 κ.ε’. – Douglas Dakin, British and American Philhellenes during the War of Greek independence, 1823-1833, Thessaloniki 1955, σ. 188 κ.ε’. – Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, 4, μέρος 1, σ. 127 κ.έ., έκδ. Κ. Διαμαντή.

[24] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 16Α.

[25] Τα προνόμια του βεζίρη.

[26] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[27] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 19.

[28] Η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, που ανατίναξε στον Πόρο ο Μιαούλης.

[29] Τον Ρώσο ναύαρχο.

[29]α Τη δολοφονία του Καποδίστρια.

[30] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[31] Η ανατίναξη των πλοίων έγινε την 1η Αυγούστου 1831.

[32], 33 Όλες αυτές οι επιστολές στον ίδιο «φάκελο Α’ Περί των εξ Ύδρας κινημάτων», ΓΑΚ, Ιστορικόν Αρχείον Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[34] Στον ίδιο φάκελλο των ΓΑΚ.

[35] «Εθνικόν Ημερολόγιον», 1869, σ. 254 σημ. του Μαρίνου Π. Βρετού.

  

Πηγή

Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

Argolikivivliothiki.gr